Κομισιόν: Να γίνουν ταχύτερα οι μεταρρυθμίσεις για τράπεζες, χρέος, ανεργία και επενδύσεις στην Ελλάδα

Διαβάστε επίσης

Τον προβληματισμό της για το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, το υψηλό δημόσιο χρέος, την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της χώρας μας και το υψηλό ποσοστό ανεργίας, διατυπώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε έκθεσή της για τη ελληνική οικονομία που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει πως η οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα αναμένεται να παραμείνει ισχυρή το 2020, με τη στήριξη ενός φιλικού προς την ανάπτυξη δημοσιονομικού μείγματος και πολιτικών που ενισχύουν την παραγωγικότητα, ωστόσο υπογραμμίζει πως παρά την οικονομική ανάκαμψη, παραμένουν μεγάλες συσσωρευμένες ανισορροπίες ως κληρονομιά της κρίσης. Αυτές αφορούν στο υψηλό δημόσιο χρέος, στην αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση, στο υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών και στο υψηλό ποσοστό ανεργίας.

Η Κομισιόν εκτιμά πως η διεθνής θέση της Ελλάδας θα επιδεινωθεί περαιτέρω, εν μέσω του αυξανόμενου εμπορικού ελλείμματος. Όπως αναφέρει, οι εξαγωγές συνεχίζουν να αυξάνονται, αλλά πιο αργά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια λόγω της εξασθένησης της εξωτερικής ζήτησης. Μετά από έντονη ανάπτυξη το 2018, προβλέπεται ότι οι εξαγωγές θα αυξηθούν με βραδύτερο ρυθμό το 2019 και θα επιβραδυνθούν περαιτέρω το 2020 και το 2021.

Εν τω μεταξύ, οι εισαγωγές αναμένεται να αυξηθούν ως απάντηση στην εγχώρια ανάκαμψη, κάτι που θα επιδεινώσει το εμπορικό ισοζύγιο. Στο πλαίσιο αυτό και καθώς οι μισθοί και ο πληθωρισμός θα αρχίζουν να αυξάνονται, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει πως είναι σημαντικό οι αυξήσεις του κόστους εργασίας να συνδυαστούν με την παραγωγικότητα, ώστε να μην βλάπτεται η μελλοντική ανταγωνιστικότητα.

Για την ανεργία, η Κομισιόν αναγνωρίζει πως συνέχισε να μειώνεται σταθερά, αλλά σημειώνει πως διαμορφώνεται σε περίπου 17% και παραμένει πολύ υψηλή.

Εύθραυστες οι τράπεζες
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει στην έκθεση της πως το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώνεται βαθμιαία, αλλά παραμένει πολύ μεγάλο, απαιτώντας σημαντική περαιτέρω δράση. «Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας εξακολουθεί να επιβαρύνεται από ένα μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι προοπτικές κερδοφορίας των τραπεζών είναι εύθραυστες και η ποιότητα του κεφαλαίου τους είναι χαμηλή και εξαρτάται από το κράτος», τονίζεται χαρακτηριστικά.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως η περαιτέρω εξομάλυνση του χρηματοπιστωτικού τομέα αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο για τη βιώσιμη ανάπτυξη. «Αν και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί σημαντικά από την κορύφωση τους στο τέλος του 2016, παραμένουν πολύ υψηλά και επιβαρύνουν σημαντικά την απόδοση του τραπεζικού συστήματος, περιορίζοντας ταυτόχρονα την ικανότητά του να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη», επισημαίνεται στην έκθεση.

Ακόμη, αναφέρεται πως ο ρυθμός υλοποίησης των τρεχουσών πρωτοβουλιών για τον εξορθολογισμό της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας και η εξασφάλιση της κατάλληλης εφαρμογής όλων των εγγυήσεων, σε συνδυασμό με το πρόσφατα ψηφισθέν σύστημα προστασίας περιουσιακών στοιχείων του «Ηρακλή», θα είναι κρίσιμες παράμετροι ώστε οι τράπεζες να επιταχύνουν περαιτέρω τις στρατηγικές μείωσης των « κόκκινων»δανείων τους.

Όπως σημειώνεται, η δημιουργία ενός πλήρους κεντρικού μητρώου πιστώσεων θα μπορούσε επίσης να μειώσει περαιτέρω τις ελλείψεις πληροφόρησης μεταξύ δανειστών και δανειοληπτών.

Θετική δημοσιονομική πορεία
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει πως η Ελλάδα υπόκειται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και πρέπει να συμμορφώνεται με τον συμφωνηθέντα στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής, το πρωτογενές ισοζύγιο αναμένεται να συμμορφωθεί με τον δημοσιονομικό στόχο 3,5% του ΑΕΠ και το 2019 και το 2020. Ο δε δείκτης δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σημαντικά από 181,2% το 2018 σε 163,1% του ΑΕΠ το 2021.

Πάντως, η Κομισιόν σημειώνει πως αν και το ισοζύγιο της κεντρικής κυβέρνησης έχει βελτιωθεί και η ξεπερνά τους ετήσιους δημοσιονομικούς της στόχους από το 2016, το δημόσιο χρέος που είναι ένα από τα υψηλότερα στην Ε πρέπει να μειωθεί περαιτέρω.

«Προκειμένου να μειωθεί ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ, είναι σημαντικό οι μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του ενισχυμένου πλαισίου εποπτείας, ιδίως οι μεταρρυθμίσεις στον τομέα των συντάξεων και της υγειονομικής περίθαλψης, καθώς και οι βελτιώσεις επί της δημοσιονομικής διαδικασίας, να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται. Η μείωση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ θα απαιτήσει επίσης σταθερή οικονομική ανάπτυξη. Η βελτίωση της βαθιά αρνητικής καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης θα απαιτήσει περαιτέρω προσαρμογές στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών», αναφέρεται στην έκθεση της Επιτροπής.

Παλαιότερα άρθρα: