Αμφιλεγόμενο χειρόγραφο της Βίβλου ίσως μεταμορφώσει τη χριστιανική και εβραϊκή παράδοση

Διαβάστε επίσης

Το 1883, 15 αποσπάσματα ενός χειρογράφου που εντοπίστηκαν κοντά στις όχθες της Μαύρης Θάλασσας προκάλεσαν αίσθηση διεθνώς. Γραμμένα στα αρχαία εβραϊκά, αρχικά θεωρήθηκε ότι τα χειρόγραφα αποτελούσαν μια εναλλακτική εκδοχή του Δευτερονομίου.

Σύντομα, όμως, χαρακτηρίστηκαν πλαστά, με το άτομο που τα ανακάλυψε να ατιμάζεται και τα αποσπάσματα να χάνονται και πάλι από την ιστορία. Τώρα, ένας ερευνητής αναρωτιέται: Κι αν ήταν αληθινά;

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από την αρχική ανακάλυψή τους το 1883, από έναν έμπορο αρχαιοτήτων της Ιερουσαλήμ, τον Μωυσή Βίλχελμ Σαπίρα, που τα εντόπισε στο εσωτερικό μιας σπηλιάς. Τα χειρόγραφα ήταν λερωμένα με μια μαύρη ουσία που θύμιζε πίσσα και καθιστούσε σχεδόν αδύνατη την ανάγνωση του κειμένου. Σύμφωνα με τον Σαπίρα, περιελάμβαναν το «αυθεντικό» βιβλίο του Δευτερονομίου – ίσως ακόμη και το ίδιο το αντίτυπο του Μωυσή.

Η ανακάλυψη γράφτηκε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων όλου του πλανήτη, ενώ ο Σαπίρα πρόσφερε τον θησαυρό του στο Βρετανικό Μουσείο έναντι ενός εκατομμυρίων στερλίνων. Όσο ο εκτιμητής του μουσείου αξιολόγησε το εύρημα, δύο αποσπάσματα εκτέθηκαν προσελκύοντας αμέτρητους επισκέπτες, συμπεριλαμβανομένου και του πρωθυπουργού Γουίλιαμ Γκλάντστοουν.

Όμως ξαφνικά όλα κατέρρευσαν.Ο Σαρλ-Σιμόν Κλερμόν-Γκανώ, ένας Γάλλος αρχαιολόγος και παλιός εχθρός του Σαπίρα, είχε την ευκαιρία να μελετήσει κάποια από τα αποσπάσματα για μερικά λεπτά, αφού πρώτα δεσμεύτηκε ότι δεν θα ανακοινώσει τα συμπεράσματά του πριν την ολοκλήρωση της έκθεσης του μουσείου. Όμως, το επόμενο κιόλας πρωί, δήλωσε στον Τύπο ότι ήταν πλαστά.

Οι ειδικοί του μουσείου συμφώνησαν και ο καταρρακωμένος Σαπίρα εγκατέλειψε το Λονδίνο. Έξι μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στην Ολλανδία. Το χειρόγραφο δημοπρατήθηκε για ψίχουλα το 1885 και σύντομα εξαφανίστηκε εντελώς.

Έκτοτε η υπόθεση έχει στοιχειώσει μερικούς από τους πιο διακεκριμένους μελετητές της Βίβλου, τόσο ως ένα ενδιαφέρον μυστήριο, όσο και ως παράδειγμα προς αποφυγή. Όμως τώρα, ένας νέος ερευνητής θέτει σε κίνδυνο τη δική του αξιοπιστία, θέτοντας το ερώτημα: Κι αν όντως το διαβόητο πλαστό κείμενο ήταν αληθινό;

Σε ένα επιστημονικό άρθρο και ένα βιβλίο που μόλις δημοσιεύθηκαν, ο 38ρονος Άινταν Ντέρσοβιτς, ένας Αμερικανο-ισραηλινός ερευνητής του Πανεπιστημίου του Πότσνταμ στη Γερμανία φέρνει στην επιφάνεια μια σειρά από αρχειακά, γλωσσολογικά και λογοτεχνικά στοιχεία για να υποστηρίξει ότι το χειρόγραφο ήταν ένα απολύτως αυθεντικό αρχαίο εύρημα.

Όμως προχωρά και σε έναν ακόμη πιο δραματικό ισχυρισμό: Το κείμενο, το οποίο έχει καταφέρει να αναδομήσει βάσει αντιγράφων και σκίτσων του 19ου αιώνα, κατά τη γνώμη του δεν αποτελεί διασκευή του Δευτερονομίου, αλλά τον πρόδρομό του, χρονολογούμενο στην περίοδο του Πρώτου Ναού, πριν τη Βαβυλώνια Αιχμαλωσία. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, θα επρόκειτο για το αρχαιότερο βιβλικό χειρόγραφο και μάλιστα με μεγάλη απόκλιση από τα υπόλοιπα, αλλά και για ένα πρωτοφανές παράθυρο στην προέλευση και την εξέλιξη της Βίβλου και της βιβλικής θρησκείας.

Η έρευνα του Ντέρσοβιτς, που μέχρι τώρα αποτελούσε επτασφράγιστο μυστικό, μένει να διασταυρωθεί και από άλλους ερευνητές. Οι επιστήμονες που εξέτασαν τα ευρήματά του, σε ένα σεμινάριο που πραγματοποιήθηκε στο Χάρβαρντ το 2019 κεκλεισμένων των θυρών έχουν διχαστεί ως προς την αξιοπιστία τους – και είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν ακόμη περισσότερες διαφωνίες στο μέλλον.«Το Κουμράν αποτέλεσε μια τεράστια μετατόπιση», εξηγεί στους Times της Νέας Υόρκης η Να’άμα Πατ-Ελ, ειδικός στις κλασικές σημιτικές γλώσσες στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν, αναφερόμενη στην περιοχή όπου ανακαλύφθηκαν τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας. «Αυτό που προσφέρει ο Άινταν είναι κάτι τουλάχιστον εξίσου σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο. Είναι πραγματικά απίστευτο, αν έχει δίκιο».

Για τον ίδιο τον Ντέρσοβιτς, η απόρριψη του χειρογράφου του Σαπίρα πριν από σχεδόν 140 χρόνια δεν ήταν απλώς ένα λάθος, αλλά «μια τραγωδία» – και όχι μόνο για τον ίδιο τον Σαπίρα. «Είναι αδιανόητο το ότι σχεδόν σε ολόκληρη τη διάρκεια της ύπαρξης του πεδίου των βιβλικών σπουδών, αυτό το κείμενο που μας μαθαίνει περισσότερα από ό,τι οποιοδήποτε άλλο χειρόγραφο ανακαλύφθηκε πριν ή μετά από αυτό δεν έχει αποτελέσει μέρος της συζήτησης», τόνισε. Οι ισχυρισμοί του, όμως, έρχονται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή. Μόλις πέρσι, το Μουσείο της Βίβλου στην Ουάσινγκτον ανακοίνωσε ότι σύμφωνα με τα ευρήματά του, όλα τα αποσπάσματα των Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας που έχει στην κατοχή του είναι σύγχρονα πλαστογραφημένα αντίγραφα. Και πάνω από ένας ερευνητές που μίλησαν για την έρευνα του Ντέρσοβις αναφέρθηκαν στο φιάσκο του αποκαλούμενου Ευαγγελίου της Συζύγου του Ιησού, που υποτίθεται ότι ήταν ένα αρχαίο απόσπασμα παπύρου, και το οποίο ανακοινώθηκε ως εύρημα το 2012 μόνο και μόνο για να αποδειχθεί πλαστό.

Όμως η απόδειξη της αυθεντικότητας ενός χειρογράφου είναι πιο δύσκολη υπόθεση από την απόδειξη της πλαστότητάς του. Και κάτω από τα σημαντικά ερωτήματα που εγείρουν οι ισχυρισμοί του Ντέρσοβιτς, υπάρχει ένα ακόμη σημαντικότερο πρόβλημα: Πώς μπορείς να αποδείξεις την αυθεντικότητα ενός αμφιλεγόμενου αρχαίου ευρήματος, όταν ενδέχεται αυτό να μην υπάρχει καν πλέον; Όταν ο Σαπίρα ανακοίνωσε την ανακάλυψή του το 1883, οι σύγχρονες βιβλικές σπουδές βρίσκονταν στην πρώτη άνθησή τους. Μόλις είχε επιβεβαιωθεί η υπόθεση ότι το Πεντάτευχο, τα πρώτα πέντε βιβλία της Βίβλου, δεν είχαν γραφτεί από έναν συγγραφέα (τον Μωυσή, σύμφωνα με την παράδοση), αλλά αποτελούσαν συλλογή κειμένων πολλαπλών συγγραφέων.

Ταυτόχρονα, η εποχή χαρακτηριζόταν από μανία για νέα αρχαία ευρήματα, που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν μια σειρά από ισχυρισμούς για τη Βίβλο. Οι ανακαλύψεις ενίσχυαν και το κύρος μιας σειράς αποικιοκρατικών δυνάμεων, οι αρχαιολόγοι των οποίων χρησιμοποιούσαν κάθε είδους επιθετικές – και συχνά ηθικά αμφιλεγόμενες – τεχνικές για να αποκτήσουν τους θησαυρούς που επιθυμούσαν.

Το πρώτο μεγάλο εύρημα, που ανασύρθηκε το 1868, ήταν η λεγόμενη Μωαβίτικη Λίθος, μια πλάκα ύψους 112 εκατοστών από μαύρο βασάλτη, με μια επιγραφή του 9ου αιώνα π.Χ., που αποτελούνταν από 34 σειρές στα παλαιοεβραϊκά που τιμούσε την επανάσταση του Μωαβίτη βασιλιά Μέσα εναντίον των Ισραηλιτών. Ανήκε στα πρώτα μη βιβλικά κείμενα που επιβεβαίωναν ένα γεγονός που αναφέρεται στη Βίβλο και μετατράπηκε σε κεντρικό στοιχείο της μελέτης των αρχαίων δυτικών σημιτικών γλωσσών.

Όμως η άνθηση του εμπορίου αρχαιοτήτων έφερε μαζί της και την άνθηση του εμπορίου πλαστών αντικειμένων. Και ο Σαπίρα, ένας Εβραίος της Ρωσίας που αργότερα έγινε Χριστιανός και ο οποίος έφτασε στην Ιερουσαλήμ το 1855, ήταν ιδιαιτέρως δραστήριος και στους δύο τομείς.

Το 1861 άνοιξε ένα κατάστημα με σουβενίρ στην Παλιά Πόλη. Σύντομα, άρχισε να πουλά και αρχαία αντικείμενα στο πίσω μέρος του μαγαζιού του και να αναπτύσσει τεράστιες φιλοδοξίες. Στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά της, «Η Μικρή Κόρη της Ιερουσαλήμ», η κόρη του Μαρία έγραφε ότι ο Σαπίρα επέστρεφε στο σπίτι μετά τις αρχαιολογικές του επιχειρήσεις και αποκαλούσε τον εαυτό του «Βασιλιά της Ερήμου».

Η κόντρα του με τον Κλερμόν-Γκανώ δεν ξεκίνησε με το Δευτερονόμιο. Το 1873, όταν ο Σαπίρα πούλησε μια μεγάλη συλλογή από «μωαβίτικα» αγγεία στη γερμανική κυβέρνηση, ο Κλερμόν-Γκανώ τα αποκήρυξε δημόσια, χαρακτηρίζοντάς τα (σωστά) ως «ψεύτικα από την αρχή ως το τέλος».

Μέχρι το 1883, ο Σαπίρα είχε επανεφεύρει τον εαυτό του ως αξιοσέβαστο έμπορο αρχαίων εβραϊκών χειρογράφων. Μέχρι να ανακοινώσει τα ευρήματα που αφορούσαν το Δευτερονόμιο, είχε πουλήσει περίπου 250 χειρόγραφα που όλα δείχνουν ότι ήταν αυθεντικά στο Βρετανικό Μουσείο. Όμως η εβραϊκή του καταγωγή τον καθιστούσε ύποπτο, κατά την άποψη ορισμένων.

Μετά την κατακραυγή που ακολούθησε τον χαρακτηρισμό των αποσπασμάτων του ως ψεύτικων, ο Σαπίρα έστειλε μια επιστολή στον ειδικό του μουσείου, Κρίστιαν Ντέιβιντ Γκίνσμπεργκ, στην οποία διακήρυσσε την αθωότητά του και κατηγορούσε τον παλιό εχθρό του.

«Δεν νομίζω ότι θα καταφέρω να επιβιώσω από αυτή τη ντροπή», έγραψε. «Αν και δεν έχω πειστεί ακόμη ότι τα χειρόγραφα ήταν πλαστά, εκτός αν τα πλαστογράφησε ο κύριος Γκανώ».

Μέχρι την ανακάλυψη των Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας, τα παλιότερα χειρόγραφα της Βίβλου που είχαν ανακαλυφθεί γραμμένα στα εβραϊκά προέρχονταν από τον 10 αιώνα μ.Χ. Τα Χειρόγραφα, που χρονολογούνται από τον δεύτερο αιώνα π.Χ. μέχρι τον πρώτο αιώνα μ.Χ., απέχουν μια ολόκληρη χιλιετία από τα προηγούμενα ευρήματα.

Όμως για τους περισσότερους ερευνητές, η ανακάλυψη ενός πραγματικού κειμένου της Βίβλου που να χρονολογείται πριν τη δημιουργία της Εβραϊκής Βίβλου που μας είναι γνωστή, μοιάζει εξαιρετικά απίθανη.

«Ως άτομο που περνά όλη του την ημέρα αναδομώντας πηγές, συχνά ονειρευόμουν να ανακαλύψω μια πραγματική», εξηγεί ο Ντέρσοβιτς. «Όμως δεν πίστευα ότι ήταν κάτι που θα μπορούσε να γίνει στ’ αλήθεια».

Πολύ καλό για να είναι αληθινό;

Η εμμονή του Ντέρσοβιτς με το χειρόγραφο του Σαπίρα ξεκίνησε κάπως τυχαία. Σχεδόν πριν τέσσερα χρόνια, όταν ολοκλήρωνε τη διατριβή του στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, έπεσε επάνω σε ένα σχετικό άρθρο, που του ξύπνησε την περιέργεια. Και αυτό γιατί τα περισσότερα σχετικά κείμενα σπανίως αναφέρονταν σε κάτι μάλλον σημαντικό: Το περιεχόμενο του χειρογράφου.

Το Δευτερονόμιο, όπως εμφανίζεται στη Βίβλο, περιλαμβάνει το αποχαιρετιστήριο κήρυγμα του Μωυσή προς τους Ισραηλίτες πριν την είσοδό τους στη Γη της Επαγγελίας. Στο κήρυγμά του, ο Μωυσής αναφέρεται στην ιστορία τους και δίνει έμφαση στη σημασία της συμμόρφωσης στους νόμους, συμπεριλαμβανομένων των Δέκα Εντολών, τις οποίες στη συνέχεια αναδιατυπώνει.

Η ειρωνεία είναι ότι οι ερευνητές έχουν περιγράψει ακόμη και το ίδιο το Δευτερονόμιο ως «ευλαβή πλαστογραφία», μια φράση που χρησιμοποιούν για να περιγράψουν έργα που δημιουργήθηκαν για να νομιμοποιήσουν μια συγκεκριμένη αντίληψη ή πρακτική.

Η Εβραϊκή Βίβλος αναφέρει ότι κατά τη βασιλεία του Ιωσία, περίπου στο 622 π.Χ., κάποιοι ιερείς ανακάλυψαν ένα αρχαίο «Βιβλίο των Νόμων» στον Ναό της Ιερουσαλήμ. Από τον 19ο αιώνα, οι ερευνητές θεωρούσαν ότι αυτό το βιβλίο ήταν το Δευτερονόμιο, το οποίο στην πραγματικότητα είχε γραφτεί μόλις λίγο καιρό πριν για να δικαιολογήσει τη στροφή προς τον συγκεντρωτισμό της πίστης στον Ναό, καθώς και μια σειρά από άλλες ιερατικές μεταρρυθμίσεις.

Το κείμενο του Σαπίρα, το οποίο ο Ντέρσοβιτς αποκαλεί Αποχαιρετισμό του Μωυσή, διαφέρει από το γνωστό Δευτερονόμιο με πολλούς εντυπωσιακούς τρόπους. Το σημαντικότερο είναι ότι περιλαμβάνει μεν τις αναφορές στην ιστορία των Εβραίων, όμως κανέναν από τους νόμους εκτός των Δέκα Εντολών, οι οποίες επίσης έχουν ορισμένες διαφορές στις διατυπώσεις τους.

Αυτές οι διαφορές είναι γνωστές ήδη από την εποχή του Σαπίρα, με τις εφημερίδες της εποχής να δημοσιεύουν μεταφράσεις του χειρογράφου. Όμως προκειμένου να ανακατασκευάσει το παλαιοεβραϊκό κείμενο, ο Ντέρσοβιτς έπρεπε πρώτα να εντοπίσει διασκορπισμένα αντίγραφα, και μερικά σκίτσα ενός αποσπάσματος. Και όταν τα ένωσε και άρχισε να τα διαβάζει, αισθάνθηκε κάπως παράξενα.

«Ένιωσα ότι αποκλείεται να είναι πλαστό», εξηγεί στους Times. «Είναι δύσκολο να πω ακριβώς γιατί. Απλώς δεν έμοιαζε με τίποτα που θεωρούσα πιθανό» για τον 19ο αιώνα.

Για αρχή, υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία που συνάδουν με ανακαλύψεις και υποθέσεις για την εξέλιξη της Βίβλου, που βρέθηκαν ή διατυπώθηκαν από τους ερευνητές δεκαετίες αργότερα, μετά και από την ανακάλυψη των Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας.

«Η σύζυγός μου ταξίδευε για τη δουλειά κι εγώ απλώς πέρασα ολόκληρες μέρες και νύχτες χωρίς να κοιμάμαι, διαβάζοντας το κείμενο μέχρι που ένιωσα ότι το είχα αποκωδικοποιήσει», θυμάται ο Ντέρσοβιτς. «Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι όχι μόνο ήταν πράγματι ένα αρχαίο έγγραφο, αλλά και ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για τον πρόγονο του Βιβλίου του Δευτερονομίου».

Οι συνάδελφοί του σχολιάζουν ότι η προσέγγισή του είναι ασυνήθιστα δημιουργική και διεπιστημονική. Η διατριβή του που εκδόθηκε τον προηγούμενο μήνα, με τίτλο «Η Διαμελισμένη Βίβλος» εισάγει μια νέα θεωρία για τη δημιουργία του ιερού κειμένου, μέσω κυριολεκτικής αποκοπής και επικόλλησης, αντλώντας στοιχεία από λάθη εντός του κειμένου για να ανακαλύψει την ακριβή διαδικασία. Το 2018, σε επιστημονικό άρθρο, χρησιμοποίησε αντίστοιχη προσέγγιση για να προτείνει έναν εντυπωσιακό ισχυρισμό: Ότι μια προγενέστερη εκδοχή του βιβλίου Λευιτικόν, όχι απλώς δεν απαγόρευε το σεξ μεταξύ ανδρών, αλλά το επέτρεπε. Στην περίπτωση του Δευτερονομίου, ο Ντέρσοβιτς ταξίδεψε μέχρι την Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου για να εξετάσει έγγραφα του Σαπίρα. Εκεί, στο τέλος ενός τόμου από ανακατεμένα τιμολόγια και σημειώσεις, ανακάλυψε κάτι που όπως λέει κανείς δεν είχε αναφέρει στο παρελθόν: Τρεις ιδιόχειρες σελίδες, στις οποίες ο Σαπίρα φαίνεται να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα αποσπάσματά του, με πολλά ερωτηματικά, σημειώσεις στα περιθώρια, διαγραμμένες σειρές και λάθη στην αντιγραφή. «Είναι καταπληκτικό γιατί αποτελεί ένα παράθυρο στο μυαλό του Σαπίρα», σχολιάζει στους Times. «Αν τα είχε πλαστογραφήσει ή συμμετείχε σε μια συνωμοσία, δεν βγάζει κανένα νόημα να κάθεται και να προσπαθεί να καταλάβει τι έγραφε το κείμενο – και να κάνει λάθη στις προσπάθειές του αυτές». Τον Ιούλιο του 2019, στην παρουσίαση της υπόθεσής του στο σεμινάριο στο Χάρβαρντ, οι συνάδελφοί του δεν πείστηκαν στο σύνολό τους από τους ισχυρισμούς του.

«Υπήρχαν πολλές αντιστάσεις, απόρριψη, αντεπιχειρήματα, ακόμη και ειρωνεία», θυμάται η Πατ-Ελ.

Όμως μέχρι το τέλος της ημέρας, υπήρξαν και αρκετοί που τον πίστεψαν. Πλέον, ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι πράγματι το χειρόγραφο του Σαπίρα θα μπορούσε να είναι προγενέστερο από το Δευτερονόμιο, αφού εδώ και καιρό υπάρχει η εικασία ότι τα κείμενα που εντέλει κατέληξαν στη Βίβλο είναι μόνο ένα τμήμα των ιερών κειμένων που είχαν γραφτεί συνολικά. Επιπλέον, το κείμενο του Δευτερονομίου θα μπορούσε να έχει υποστεί επεξεργασία μέχρι να φτάσει στη σημερινή του μορφή, αφού οι νόμοι διακόπτουν κάπως άγαρμπα την ιστορία που αφηγείται ο Μωυσής.Το ενδεχόμενο της απουσίας τους από το αυθεντικό κείμενο, είναι συνταρακτικό: Πρόκειται για νόμους με τεράστια σημασία για την ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση, με τόνους μελανιού να έχουν χυθεί για την ερμηνεία τους. Όσο για τις Δέκα Εντολές; Αυτές διαφέρουν από πολλές απόψεις: Πρώτα από όλα, είναι διατυπωμένες σε πρώτο πρόσωπο, σαν να τις παραθέτει ο ίδιος ο Θεός. Και η παρουσίασή τους, σε αντίθεση με τη βιβλική παράδοση, δείχνει ότι δεν υπήρχαν άλλοι θεϊκοί νόμοι στην παρουσίαση του Μωυσή. Ωστόσο, με το ίδιο το χειρόγραφο να βρίσκεται σε άγνωστη τοποθεσία – αν εξακολουθεί να υπάρχει – κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τη θεωρία του Ντέρσοβιτς.

πηγή: in.gr

Παλαιότερα άρθρα: