Αντίο, auf Wiedersehen, adieu, arrivederci… Η Ευρώπη αποχαιρετά τη Βρετανία – Το μεγάλο παζάρι ξεκινά από αύριο

Διαβάστε επίσης

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ δηλώνει υποστηρικτής της δημιουργίας των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Προειδοποιεί ωστόσο ότι η χώρα του θα προτιμά πάντα τις «ανοικτές θάλασσες» από την ήπειρο.

Παραδέρνοντας αδιάκοπα ανάμεσα στην Ευρώπη και την δίψα για τους μακρινούς ορίζοντες, το Ηνωμένο Βασίλειο θα ανοίξει στις 31 Ιανουαρίου ένα νέο κεφάλαιο σε αυτήν την ταραγμένη ιστορία.

Μόλις οι δείκτες στις Βρυξέλλες δείξουν μεσάνυχτα, η Βρετανία θα αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον θα εκπληρώσει τη δέσμευσή του να φέρει εις πέρας το Brexit.

Ωστόσο, δεν θα έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή του για να απολαύσει τη χαρά αυτού του διαζυγίου, το οποίο για τριάμισι χρόνια συντάραξε συθέμελα τα πολιτικά πράγματα στη χώρα και οδήγησε σε πόλωση τους Βρετανούς. Η 1η Φεβρουαρίου θα σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας φάσης διαπραγματεύσεων μεταξύ του Λονδίνου και των Βρυξελλών προκειμένου να συμφωνήσουν στη μορφή της μελλοντικής τους σχέσης.

Θα έχουν έως τα τέλη του 2020 –η μεταβατική περίοδος κατά την οποία η Βρετανία θα παραμένει ουσιαστικά, και όχι κατ’ όνομα πλέον, μέλος της ΕΕ – προκειμένου να καταλήξουν σε μια συμφωνία για το εμπόριο και άλλα θέματα όπως η ασφάλεια, η ενέργεια, οι μεταφορικές συνδέσεις, τα δικαιώματα για την αλιεία και η ροή των δεδομένων.

Ο Τζόνσον υποστηρίζει ότι 11 μήνες είναι αρκετό διάστημα για να επιτευχθεί μια εμπορική συμφωνία «μηδενικών δασμών, μηδενικών ποσοστώσεων» και έχει δεσμευθεί –αν και συνεχίζει να υπάρχει η επιλογή– να μην παραταθεί η περίοδος αυτή πέραν του 2020.

Εάν δεν το καταφέρουν αυτό, η προεπιλογή από νομικής άποψης θα είναι ένα πιθανόν καταστροφικό ‘no-deal Brexit’ που θα έχει ως αποτέλεσμα το εμπόριο μεταξύ της Βρετανίας και της ΕΕ να βασίζεται από το 2021 στους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, κάτι που θα οδηγήσει σε δασμούς εισαγωγής και ελέγχους.

Ο σύμβουλος της ΕΕ για το Brexit Στέφαν Ντε Ρινκ δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι ένα άλμα στο κενό (cliff edge) «παραμένει μια σαφής πιθανότητα» καθότι η εξεύρεση κοινού τόπου έως τις 31 Δεκεμβρίου θα είναι δυσκολότερη από τη συμφωνία επί των όρων διαζυγίου όπως έκαναν οι δύο πλευρές τον Οκτώβριο, τρία και πλέον χρόνια αφού οι Βρετανοί ψήφισαν υπέρ την αποχώρησής τους από το ευρωπαϊκό μπλοκ.

Οι εμπορικές συμφωνίες με την ΕΕ τυπικά χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθούν και λίγοι στις Βρυξέλλες πιστεύουν ότι η μεταβατική περίοδος θα είναι αρκετή για να επισφραγιστεί κάτι παραπάνω από μια βασική εμπορική συμφωνία.

Το να εξασφαλιστεί κάτι παραπάνω θα ήταν πιο εύκολο εάν η Βρετανία ήταν πρόθυμη να παραμείνει ευθυγραμμισμένη με τους κανονισμούς της ΕΕ, αλλά το Λονδίνο επιμένει ότι δεν θέλει να ακολουθεί απλά τους κανόνες.

Οι ανησυχίες της Βρετανίας είναι ότι η τήρηση των κανόνων της ΕΕ θα καταστήσει πιο δύσκολη την επίτευξη εμπορικών συμφωνιών με άλλες χώρες, ιδιαίτερα με τις ΗΠΑ.

Η ΕΕ υποστηρίζει ότι δεν θα επισφραγίσει μια εμπορική συμφωνία με έναν μεγάλο, οικονομικά ισχυρό γείτονα χωρίς ισχυρές προβλέψεις που να διασφαλίζουν τον θεμιτό ανταγωνισμό.

Τα αιτήματά της θα επικεντρωθούν σε θέματα που σχετίζονται με «συνθήκες ίσου ανταγωνισμού» –περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα καθώς και κανόνες κρατικής βοήθειας– για να διασφαλιστεί ότι η Βρετανία δεν θα είναι σε θέση να προσφέρει προϊόντα στην ενιαία αγορά του μπλοκ σε αθέμιτα χαμηλές τιμές.

Ο Σαμ Λόου από το Κέντρο για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση δήλωσε ότι η επιθυμία της Βρετανίας για πλήρη έλεγχο του εγχώριων ρυθμιστικών πλαισίων και της εμπορικής πολιτικής θα περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια για την όποια συμφωνία.

«Στην καλύτερη περίπτωση, η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο οδεύουν προς την ολοκλήρωση μια συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου που αίρει όλους τους δασμούς και τις ποσοστώσεις αλλά δημιουργεί νέα διοικητικά και ρυθμιστικά εμπόδια για το εμπόριο στα αγαθά και τις υπηρεσίες», δήλωσε.

Με τις βιομηχανικές εφοδιαστικές αλυσίδες στην ΕΕ να διασχίζουν σήμερα τα σύνορα πολλές φορές για προϊόντα όπως τα αυτοκίνητα και τα φάρμακα, η συμφωνία κανονισμών που θα καθορίζουν από πού έρχονται τα προϊόντα –και κατά συνέπεια ποιοι ρυθμιστικοί κανόνες και φόροι ισχύουν– θα είναι μια περίπλοκη διαδικασία.

Από τους μεγαλύτερους κινδύνους στην πορεία προς μια συμφωνία θα είναι τα δικαιώματα στην αλιεία, η αντιπαράθεση για τα οποία έχει ήδη ξεκινήσει.

Η ανάκτηση του ελέγχου επί των πλούσιων σε αλιεύματα βρετανικών υδάτων ήταν θεμελιώδες ζήτημα για πολλούς υπέρμαχους του Brexit, αλλά οι Βρυξέλλες έχουν συνδέσει την πρόσβαση για τα ευρωπαϊκά σκάφη με την πρόσβαση για τον γιγάντιο χρηματοπιστωτικό κλάδο της Βρετανίας στις αγορές της ΕΕ.

Αν και θεωρητικά η ΕΕ και η Βρετανία έχουν 11 μήνες για να καταλήξουν σε συμφωνία για τις μελλοντικές τους σχέσεις, στην πραγματικότητα το χρονικό περιθώριο είναι πολύ μικρότερο.

Οι συζητήσεις δεν θα ξεκινήσουν επισήμως έως ότου οι κυβερνήσεις της ΕΕ συμφωνήσουν σε μια διαπραγματευτική εντολή στα τέλη του επόμενου μήνα. Οι δύο πλευρές θα πρέπει τότε να καταλήξουν σε μια συμφωνία έως τα μέσα Οκτωβρίου προκειμένου να υπάρχει ο χρόνος που χρειάζεται για τη μετάφραση της συνθήκης στις 23 επίσημες γλώσσες της ΕΕ και να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη κοινοβουλευτική επικύρωση πριν τα τέλη του έτους.

 Ξεκινά η δεύτερη φάση

Η Ευρωπαϊκή Ενωση θα εισέλθει το Σάββατο στην δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων με το Λονδίνο για την μελλοντική σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο, κυρίως στον τομέα των εμπορικών σχέσεων.

Οι Βρετανοί θα βρεθούν μετά την αποχώρησή τους την Παρασκευή σε μία μεταβατική περίοδο που θα διαρκέσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου, κατά την διάρκεια της οποίας θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Σε αυτήν την φάση θα πρέπει να διαμορφωθεί η νέα σχέση Ευρωπαϊκής Ενωσης Ηνωμένου Βασιλείου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρουσιάσει στις 3 Φεβρουαρίου εντολή για διαπραγμάτευση, η οποία θα πρέπει να εγκριθεί από τα κράτη μέλη κατά την υπουργική σύνοδο της 25ης Φεβρουαρίου. Τότε θα μπορούν να ξεκινήσουν επισήμως οι διαπραγματεύσεις.

Πρώτη προθεσμία: την 1η Ιουλίου. Το αργότερον σε αυτήν την ημερομηνία θα αποφασισθεί η παράταση ή μη της μεταβατικής περιόδου – και κατά συνέπεια της διαπραγμάτευσης- κατά ένα ή δύο έτη. Ομως ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον έχει ήδη απορρίψει εκ προοιμίου κάθε παράταση και την έχει εγγράψει σε νόμο.

Εάν ληφθεί υπ΄όψιν ο αναγκαίος χρόνος για την επικύρωση της συμφωνίας, Λονδίνο και Βρυξέλλες δεν πρέπει να έχουν στην διάθεσή τους παρά μόνο οκτώ μήνες, από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο, για να καταλήξουν σε συμφωνία. «Mission impossible», λέει ευρωπαίος διπλωμάτης.

Δεδομένων των περιορισμών αυτών, η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν θα μπορέσει να επιτύχει τον αρχικό στόχο της «συνολικής συμφωνίας» που θα καλύπτει όλες τις πλευρές της μελλοντικής σχέσης (ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών, μετανάστευση ή εξωτερική πολιτική).

«Η επίσπευση της διάρκειας της διαπραγμάτευσης είναι βρετανική επιλογή», σημείωσε ο Μισέλ Μπαρνιέ, επικεφαλής διαπραγματευτής της ΕΕ για το Brexit σε συνέντευξή του στην Journal Du Dimanche.

Ωστόσο, ορισμένα θέματα πρέπει να διευθετηθούν «διαφορετικά, θα δημιουργηθεί κατάσταση ρήξης», προειδοποίησε.

Προτεραιότητα των Βρυξελλών για το 2020 είναι η επίτευξη συμφωνιών για την αλιεία, την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια και κυρίως στην ανταλλαγή προϊόντων. Τα υπόλοιπα θα συζητηθούν αργότερα.

Στον εμπορικό τομέα, το Λονδίνο δεν επιθυμεί παρά μία συμφωνία ελευθέρου εμπορίου, παρόμοια με τις συμφωνίας που έχουν επιτευχθεί ανάμεσα στην ΕΕ και τον Καναδά ή την Ιαπωνία.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση επιθυμεί η συμφωνία να περιλαμβάνει μηχανισμό για την διευθέτηση των διαφορών, που να μπορεί να επιβάλει κυρώσεις ή να αναστέλλει την μελλοντική «συμφωνία» σε περίπτωση μη τήρησης των όρων της.

«Περί τα δέκα τραπέζια διαπραγμάτευσης θα αρχίσουν παράλληλα», δήλωσε ο Μισέλ Μπαρνιέ.

Σύμφωνα με ευρωπαϊκή πηγή, μόνο «οκτώ έως δέκα κύκλοι εβδομαδιαίων διαπραγματεύσεων» μπορούν να οργανωθούν, πράγμα που συνοψίζεται «σε 40 ημέρες καθαρής διαπραγμάτευσης».

Ο χρόνος φαίνεται πολύ βραχύς, όταν χρειάσθηκε χρόνια για την συμφωνία ΕΕ-Καναδά, ενός εταίρου πολύ λιγότερο σημαντικού από το Ηνωμένο Βασίλειο.

«Θα δώσουμε δύο ή τρεις εβδομάδες σε κάθε θέμα και θα δούμε τι είναι δυνατόν να γίνει. Εάν το μπλοκάρισμα είναι πολύ σοβαρό, θα περνάμε σε άλλο θέμα», προβλέπει ευρωπαίος διπλωμάτης.

Βασική ανησυχία των Βρυξελλών: να διασφαλισθεί ότι το Λονδίνο δεν θα προχωρήσει σε απορρύθμιση της οικονομίας του σε ό,τι αφορά το περιβαλλοντικό, κοινωνικό, χρηματοπιστωτικό, εμπορικό ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς και τις ρυθμίσεις περί κρατικών επιδοτήσεων, και ότι θα ακολουθήσει ισότιμους κανόνες παιγνιδιού.

Ορισμένα κράτη μέλη θέλουν το Ηνωμένο Βασίλειο να ευθυγραμμισθεί με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους τέσσερις αυτούς τομείς και στην συνέχεια να προσαρμοσθεί αυτομάτως στις μεταβολές της νομοθεσίας. Η απαίτηση αυτή θεωρείται αυτονόητη, δεδομένης της γεωγραφικής και οικονομικής εγγύτητας του Ηνωμένου Βασιλείου.

Ομως, ο Μπόρις Τζόνσον «έχει σαφώς δηλώσει ότι θέλει μία συμφωνία ελευθέρου εμπορίου καναδικού τύπου χωρίς ευθυγράμμιση», υπενθυμίζει βρετανός αξιωματούχος, ο οποίος θεωρεί ότι «για την εκκίνηση, ο πήχυς είναι πολύ ψηλά».

«Η διατήρησης της ευρωπαϊκής ενότητας θα είναι δύσκολη», θεωρεί ευρωπαίος διπλωμάτης, αφού οι προτεραιότητες των ευρωπαϊκών κρατών δεν είναι ταυτόσημες.

Οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης αποδίδουν μεγάλη σημασία στα βιομηχανικά αγαθά. Αλλοι, όπως το Λουξεμβούργο, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Η Γαλλία, η Δανία, η Ιρλανδία, το Βέλγιο και η Ολλανδία θα επιδιώξουν να διατηρήσουν την πρόσβαση στα βρετανικά ύδατα για την αλιεία, ένα θέμα υψηλού συμβολισμού, που θα το παρακολουθήσουν οι χώρες που ανησυχούν για υποχωρήσει εκ μέρους του Λονδίνου.

Η αλιεία θα είναι ακανθώδες θέμα, την στιγμή που οι Βρυξέλλες θέτουν ως όρο για την έναρξη των καθαρά εμπορικών διαπραγματεύσεων μία συμφωνία στον τομέα αυτόν.

Οι δύο πλευρές έχουν άλλωστε δεσμευθεί να συμφωνήσουν επί τις αλιείας πριν από την 1η Ιουλίου.

Η βρετανική έξοδος αφήνει μία μεγάλη τρύπα στα οικονομικά της Ενωσης

Δώδεκα δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως από το 2021! Είναι η μεγάλη τρύπα που μένει μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου και περιπλέκει έτι περαιτέρω τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους 27 για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Για την επίλυση αυτής της σπαζοκεφαλιάς για το επόμενο πολυετές οικονομικό πλαίσιο (CFP, 2021-2027), η Επιτροπή Γιούνκερ είχε βάλει στο τραπέζι πρόταση από τον Μάιο 2018, πριν δώσει την σκυτάλη στην νέα Κομισιόν της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Ο φάκελος βρίσκεται πλέον στα χέρια του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ, ο οποίος έχει συγκαλέσει έκτακτη σύνοδο κορυφής σε μία προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας μεταξύ των 27. Αυτή η σύνοδος κορυφής θα ξεκινήσει στις 20 Φεβρουαρίου και θα παίξει με τις παρατάσεις.

Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ο «καθαρός εισφορέας» του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, δηλαδή χώρα που δίνει περισσότερα χρήματα από αυτά που εισπράττει. Σύμφωνα με τους λογαριασμούς της Κομισιόν, η απώλεια ανέρχεται σε 12 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως και θα ανέλθει σε 84 δισεκατομμύρια στην περίοδο των επτά επομένων ετών.

Η λύση που προτείνεται από τον πρώην ευρωπαίο επίτροπο Προϋπολογισμού Γκίντερ Ετινγκερ είναι, από την μία πλευρά, η αύξηση της συμβολής των χωρών μελών και, από την άλλη πλευρά, περικοπή των παραδοσιακών πολιτικών της ΕΕ (σύγκληση, αγροτική πολιτική) για την χρηματοδότηση ενός πιο «σύγχρονου» προϋπολογισμού με νέες προτεραιότητες (περιβάλλον, ασφάλεια, μετανάστευση, άμυνα).

Προ τον παρόν, η συζήτηση βαλτώνει παρά το πλήθος των επαφών του Σαρλ Μισέλ με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

«Θα μπορούσαμε να ελπίσουμε ότι το Brexit θα ήταν ένα ηλεκτροσόκ. Αλλά πιστεύω ότι θα αναπαραχθεί ό,τι ίσχυε πριν », λέει ο Νικολά-Ζαν Μπρεόν, ειδικός για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της Fondation Schuman.

Οι πρώτες συζητήσεις επικεντρώνονται στο εύρος της συμβολής των κρατών μελών στο πολυετές οικονομικό πλαίσιο.

Ενα club του 1% έχει σχηματισθεί, με επικεφαλής την Γερμανία, με την Αυστρία, την Ολλανδία και στις σκανδιναβικές χώρες, για τον περιορισμό του προϋπολογισμού στο 1% του Α(καθάριστου) Ε(θνικού) Ε(ισοδήματος) της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

«Είναι ένα προφανώς συμβολικό πλαφόν, είναι επίσης ένα πολιτικό πλαφόν που ζητήθηκε από την Γερμανία και τους Βρετανούς», τονίζει ο Νικολά-Ζαν Μπρεόν, υπενθυμίζοντας ότι αυτές οι δύο χώρες ήταν «οι πρώτες που ζήτησαν πιο αυστηρά όρια» στον προϋπολογισμό.

Με το Brexit, η Γερμανία χάνει έναν σύμμαχο στην διαπραγμάτευση αυτή, σημειώνει, Η Κομισιόν, που προτείνει ανώτατο όριο 1,114% (που μεταφράζεται σε έναν προϋπολογισμό 1.134 δισεκατομμυρίων ευρώ σε τιμές 2018 ή 1.279 δισεκατομμυρίων ευρώ σε τρέχουσες τιμές) έχει προειδοποιήσει κατά μίας μείωσης στο 1%.

Δεδομένης της βρετανικής αποχώρησης, ο προϋπολογισμός αντιπροσωπεύει σήμερα το 1,16% του Α(καθάριστου) Ε(θνικού) Ε(ισοδήματος) της ΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προτείνει 1,3%.

Η Κομισιόν θέλει επίσης να εκμεταλλευθεί το Brexit για να καταργήσει τις «επιστροφές», οι οποίες εισήχθησαν το 1984 εις όφελος του Ηνωμένου Βασιλείου, όταν η Μάργκαρετ Θάτσερ έλεγε «Θέλω πίσω τα λεφτά μου!». Εφαρμόζονται σε πέντε χώρες μεταξύ των πλουσιότερων: Γερμανία, Δανία, Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία.

«Οι πλουσιότεροι συνεισφέρουν ποσά μικρότερα σε ποσοστό του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματός τους ανά κάτοικο», είναι η θέση της Κομισιόν, που προτείνει σταδιακή κατάργηση σε περίοδο πέντε ετών.

Δεκαοκτώ κράτη της ΕΕ θεωρούν επίσης ότι το Brexit είναι «μοναδική ευκαιρία για μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμό» των πόρων της ΕΕ.

«Κανένα κράτος μέλος δεν υποφέρει από τέτοιο δημοσιονομικό υπέρβαρο που να μπορεί να απαιτήσει επιστροφή», είναι η θέση αυτής της ομάδας χωρών στις οποίες περιλαμβάνονται οι Γαλλία Ισπανία, Ιταλία, Πολωνία, βαλτικές χώρες, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία.

«Οι επιστροφές δεν είχαν ποτέ ως στόχο να εξισορροπήσουν τις συμβολές, αλλά να τις τοποθετήσουν σε αποδεκτές ζώνες», λέει ο ειδικός αναλυτής της Fondation Schuman.

Τα επόμενα στάδια της μεγάλης αποχώρησης 

Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση στις 31 Ιανουαρίου δεν σημαίνει το τέλος της μεγάλης και ταραχώδους διαδρομής του Brexit.

Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρεί από την Ευρωπαϊκή Ενωσης στις 31 Ιανουαρίου, μία ημερομηνία που έχει μετατεθεί τρεις φορές από το δημοψήφισμα του Ιουνίου 2016.

Η χώρα θα εισέλθει σε μεταβατική φάση κατά την οποία οι σχέσεις της να παραμείνουν αμετάβλητες με τους 27 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020. Αντιθέτως, δεν θα μπορεί να συμμετέχει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και δεν θα έχει λόγο στις αποφάσεις τους.

Η προθεσμία αυτή υποτίθεται ότι θα επιτρέψει στις δύο πλευρές να διαμορφώσουν μία νέα σχέση στον τομέα του εμπορίου και της ασφάλειας.

Το Λονδίνο δηλώνει έτοιμο να ξεκινήσει εμπορικές διαπραγματεύσεις ήδη από την 1η Φεβρουαρίου, όμως τα μέλη της ΕΕ βρίσκονται σε συζητήσεις για να ορίσουν τους στόχους των διαπραγματεύσεων.

Σε ομιλία που θα απευθύνει στις αρχές του Φεβρουαρίου, ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον θα παρουσιάσει τις φιλοδοξίες του, που μεταφράζονται στην επίτευξη συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου κατά τα πρότυπα της συμφωνίας που συνδέει την Ενωση με τον Καναδά, χωρίς σύνδεση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Η ευρωπαϊκή εντολή για τις διαπραγματεύσεις αναμένεται να εγκριθεί σε υπουργικό επίπεδο μέχρι τις 25 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με ευρωπαίους αξιωματούχους, γεγονός που θα επιτρέψει στις διαπραγματεύσεις να ξεκινήσουν περί την 1η Μαρτίου.

Εκτός του εμπορίου, δεν λείπουν τα θέματα επί των οποίων θα πρέπει να συμφωνήσουν το Ηνωμένο Βασίλειο και οι 27: ασφάλεια, δικαστική συνεργασία, εκπαίδευση, ενέργεια…

Παράλληλα, το Λονδίνο σχεδιάζει να αρχίσει διαπραγματεύσεις με άλλες χώρες, με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες, για την επίτευξη συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου.

1η Ιουλίου: λήξη της προθεσμίας για αίτηση παράτασης της μεταβατικής περιόδου

Το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να παρατείνει την μεταβατική περίοδο πέραν του τέλους του 2020 για ένα ή δύο χρόνια, αλλά οφείλει να ενημερώσει την ΕΕ για το αίτημά του πριν από την 1η Ιουλίου.

Ο Μπόρις Τζόνσον επιμένει: δεν πρόκειται να ζητήσει παράταση. Ομως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι η προβλεπόμενη μεταβατική περίοδος δεν είναι επαρκής. Η πρόεδρος Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει προειδοποιήσει ότι είναι αδύνατη η διεκπεραίωση όλων των θεμάτων και ότι πρέπει να γίνει επιλογή προτεραιοτήτων.

Το τέλος των δεσμών που συνδέουν την Ευρωπαϊκή Ενωση με το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως ίσχυαν εδώ και 47 χρόνια.

Εάν δεν υπάρξει νέα συμφωνία ή παράταση της μεταβατικής περιόδου, εμπόριο, μεταφορές, μεταξύ άλλων, κινδυνεύουν με μεγάλες διαταραχές.

Παλαιότερα άρθρα: