Απειλούν οι ξένες λέξεις τη γλώσσα μας;

Διαβάστε επίσης

Του Γιώργου Ι. Κωστούλα
Σύμφωνα με τον Αμερικανό ποιητή Wystan Hugh Auden “πολλά βιβλία αδίκως ξεχνιούνται, αλλά ουδέν αδίκως μνημονεύεται”. Το ίδιο συμβαίνει και με τις λέξεις: καμία δεν μνημονεύεται αδίκως. Αδίκως ανησυχούν, για εξαμερικανισμό της γλώσσας μας, οι ποικίλοι λευκοί ιππότες υπεράσπισής της, με την ευκαιρία και των νέων “κρουσμάτων”: lockdown, click away, take away…
Η γλώσσα είναι μια εξαιρετικά αφομοιωτική διαδικασία. Χρησιμοποιεί όσες και όποιες λέξεις χρειάζεται -και για όσο τις χρειάζεται, για να επικοινωνούν οι άνθρωποι. Παντοδύναμη επ’ αυτού, βεβαίως, η υποδόρια και καταλυτική –ενδεχομένως, παρά πάσα δεοντολογία– λαϊκή παρέμβαση για την καθιέρωση των γλωσσικών ιδιωμάτων που επιζούν.
Παραβλέπουν οι πολέμιοι των γλωσσικών δανείων ότι υπήρξαν εποχές, όπου η ελληνική γλώσσα υπήρξε εξαιρετικά ετεροβαρής στη σχέση της με τα ξένα δάνεια, ως ποσοστό του λεξιλογίου της, χωρίς να πάθει κάποια ανεπανόρθωτη ζημιά.
Σκέφτεται κανείς, π.χ., τί διεργασίες μεσολάβησαν ώστε η πάμπλουτη ελληνική να δώσει τόσο χώρο στην τουρκική γλώσσα. Πόσες λέξεις της τελευταίας δεν επικράτησαν ολοκληρωτικά των αντιστοίχων ελληνικών! Μια πρόχειρη περιήγηση στο λεξικό το πιστοποιεί: μερεμέτι, αγιάζι, κέφι, σεφτές, ρουσφέτι, σχάρα, κουσούρι, σοκάκι, χαμαλίκι, παζάρι, χατίρι, ρεζίλι, σαματάς, σόι, χουβαρντάς, βερεσέ, καζάνι, καπάκι…
Κι ακόμα, αν μπορείτε να το φανταστείτε; Όπως γραφεί ο Ζ. Λορεντζάτος, λέξεις όπως αυτές: δάφνη, ελαία, θάλασσα, κυπάρισσος, νήσος, σύκον, που ονοματίζουν κατ’ εξοχήν ελληνικά πράγματα- την Ελλάδα, θα έλεγε κανείς – δεν είναι λέξεις ελληνικές!
Για να μπούμε στο θέμα, το ζήτημα, κατά μια ισχυρότατη άποψη, δεν είναι η ελληνοποίηση ξενικών εκφράσεων. Το ζητούμενο είναι “η αποκατάσταση του γλωσσικού αισθητηρίου των Ελλήνων”, που τόσο έχει αλλοιωθεί.
Όπως έχει καταγραφεί από υπέρτερες και αρμοδιότερες εμού γραφίδες, είναι η πρώτη φορά στη μακραίωνη ιστορία της, που η ελληνική γλώσσα βρίσκεται σε κρίση. Κι αυτό γιατί δεν έχει τί να πει. Γιατί εμείς δεν έχουμε τί να πούμε. Η όποια παράδοση συνεχούς πρωτογενούς σκέψης ατονεί σταδιακά έως νεκρώσεως. Η κάθε λογής ελίτ της χώρας μαθαίνει, σκέφτεται, διαπαιδαγωγείται πλέον αγγλοσαξονικά στο εξωτερικό. Το χειρότερο; “καθρεπτίζεται σε υπερατλαντικούς καθρέπτες ώστε να μην αναγνωρίζει εαυτήν σε τίποτα ελληνικό, συμπεριλαμβανομένης και της γλώσσας”.
Το χειρότερο: Το Ελληνόπουλο σήμερα, στην εξοπλιστική του ηλικία, πλάθει και ασκεί το εκφραστικό του όργανο, όχι στη μητρική του, αλλά στην ξένη γλώσσα. Το ίδιο, οι νέοι επιστήμονες δεν μιλούν απλώς αγγλικά, σκέφτονται αγγλικά. Οι νέες έννοιες παράγονται στην αγγλική γλώσσα και μεταφράζονται σε άλλες γλώσσες. Ζούμε ένα γλωσσικό, και όχι μόνο, αγγλοσαξονικό imperium.
Αν η γλώσσα αποτελεί μηχανισμό παραγωγής νοήματος και διαδικασία νοηματοδότησης του κόσμου, όπως γενικώς γίνεται δεκτό, η ένδεια παραγωγής εννοιών σε μια γλώσσα συνιστά ένδειξη, αλλά και αιτία κάθε πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής συρρίκνωσης και αδυναμίας. Ό,τι δηλαδή χαρακτηρίζει, τρεχόντως, τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα.
“Τι ποσοστό θα αντιπροσώπευε άραγε σε μια δημοσκόπηση το τμήμα εκείνο της κοινωνίας μας που: ανησυχεί, ενημερώνεται, αναρωτιέται, δοκιμάζει και δοκιμάζεται, αμφισβητεί, αναθεωρεί, αναμετριέται με το καινούργιο, τολμά, προσδοκά, αξιολογεί και αξιολογείται;”, αναρωτιέται η Μ. Κατσουνάκη. Φοβάμαι πολύ χαμηλό, πολύ μακριά από το να αντιπροσωπεύει μια “κρίσιμη μάζα”, απαραίτητη για να συντηρήσει, στην ελληνική κοινωνία, όσες ποιότητες κατάφεραν να την κρατήσουν όρθια μέχρι τώρα.
Ο μέσος Έλληνας, σήμερα, πορεύεται και επιζεί εκφραστικά με ένα λεξιλόγιο 1.500 λέξεων. Είναι κρίμα, που δεν εκμεταλλευτήκαμε τη σπάνια δυνατότητα που είχαμε να αντλούμε, γλωσσικά, από δυο αστείρευτες βρυσομάνες: το Βασιλικό ταμείο της καθαρευόυσας και το λαγαρό Κεμέρι της δημοτικής.
Δυστυχώς, από τη σύνολη νεοελληνική γλώσσα έχει εξοβελιστεί η συνιστώσα εκείνη που αρδεύεται από τον πλούτο της αρχαίας ελληνικής ή και της καθαρευόυσας.
Κρίμα, γιατί η λόγια γλώσσα-η γλώσσα της λογοτεχνίας, αν θέλετε- είναι η μόνη, που με την αρματωσιά της διαθέτει τις μεγαλύτερες παραγωγικές και αφομοιωτικές δυνατότητες, ώστε να αποτελέσει ανάχωμα στην, ομολογουμένως, συχνή και αχρείαστη εισβολή των ξένων λέξεων. Έτσι, απογυμνωμένη η καθημερινή μας γλώσσα έχει παραδοθεί στη στερεοτυπία ετοιμοπαράδοτων γλωσσικών σχημάτων, εθίζοντάς μας, είτε από επιπολαιότητα είτε από νωθρότητα σε καταφυγές ευκολίας και προχειρότητας.
Πώς είναι δυνατόν, όμορφες, εύηχες, πλήρεις νοήματος λέξεις όπως αυτές: τιμαλφές, ιλαρός, κατηφής, μνησίκακος, όνειδος, αμετροέπεια, ενδόμυχος, θυμηδία, ισχνός, μειλίχιος, σκιαμαχία, καταφυγή να έχουν εξοβελιστεί από το λεξιλόγιο των νεοελλήνων;
Κι ακόμα, τι καλά θα ήταν αν στον καθημερινό μας λόγο, ιδιαίτερα τον γραπτό, συναντούσαμε όλο και συχνότερα ανθεκτικούς θυλάκους που ατλούν κατ’ ευθείαν με τον ιερό μαστό της αρχαίας μας τροφού; αβρόχοις ποσί, άγομαι και φέρομαι, άκρον άωτον, άμοιρος ευθυνών, άρδην, βαθμηδόν, εις το διηνεκές, τι τέξεται η επιούσα…
Γλώσσα και σκέψη αναπτύσσονται σύμμετρα. Οι λέξεις οδηγούν στις έννοιες και οι έννοιες στη σκέψη. “Η ψεύτικη ζωή μας κάνει ψεύτικη και τη γλώσσα μας. H αλήθεια δεν επιβάλλεται από τη γλώσσα στη ζωή, αλλά από τη ζωή στη γλώσσα. Πρέπει να ξαναζήσουμε αληθινά για να ξαναμιλήσουμε αληθινά”, αφορίζει αφοπλιστικά ο Ζ. Λορεντζάτος.
Ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς από το άλλο μέρος, μας ρίχνει στα βαθιά: “Η χρησιμοποίηση ξένων όρων, ακόμα και λέξεων, ιδιαίτερα από τους νέους δεν είναι κακό, δεν πρέπει να μας ανησυχεί. Αρκεί να μπορεί να χρησιμοποιεί κανείς λέξεις όπως society, republic, reason, αλλά να ξέρει καλά το χάος που χωρίζει αυτές τις σημασίες από τις ελληνικές αντίστοιχες: Κοινωνία, Δημοκρατία, Λόγος. Τότε μόνο διασώζει τον πολιτισμό μας και όχι απλώς ένα πατρογονικό λεξιλόγιο”.
Εδώ θα τέλειωνε αυτό το κείμενο, εάν τελικά και απροσδόκητα δεν τελεσφορούσαν οι αναζητήσεις μου, για τον εντοπισμό αυτού, που απ’ την αρχή προόριζα για κατακλείδα του. Ποιητική -τι άλλο- η αναζήτηση: “Τι θαλπωρή και νοσταλγία στις μικρές λέξεις οικίσκος δρομίσκος πολίχνη ναύδριον /Και εκεί πολύ κοντά το αλσύλλιον, όπου κατάκειται το τέμενος του Έρωτος /Κι όπου περνά ο αέρας ριμαδόρος μέσα απ΄τα φυλλώματα σφυρίζοντας ειδύλλιον ειδύλλιον /Τι νοσταλγία και τι προδοσία που τις αρνηθήκαμε /Λέξεις λεξούλες που είναι σαν τις καπνοδόχους της φυλετικής μας προσφυγιάς /Τώρα που πέσανε τα οράματα ας πάμε να τις κατοικήσομε εύνοστοι φίλοι.” (Γιάννης Δάλλας-Γεννήτριες, Εκδ.Τυπωθήτω).
Ό,τι προσπάθησα να πω εγώ με τις περίπου χίλιες λέξεις μου, το είπε ο ποιητής με τις δίκες του εξήντα πέντε… Respect !
* O κ. Κωστούλας είναι τέως Γενικός Διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα

πηγή: capital.gr

Παλαιότερα άρθρα: