Εθνική Ψυχραιμία!

Διαβάστε επίσης

Από τον Ζαχαρία Λουδάρο*

Η ψυχραιμία, ενίοτε, είναι μια μορφή απελπισίας μεταμφιεσμένης σε αρετή. Κάπου εκεί βρισκόμαστε στα ελληνοτουρκικά, τουλάχιστον με βάση και όσα “αποκάλυψε” προσφάτως, ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος, σε …κοπή πίτας.

Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση συγκαλυμμένης απελπισίας μη έχοντας εθνική στρατηγική διαχείρισης του επιθετικού γείτονα, ο οποίος απροσχημάτιστα πλέον ενεργεί έτσι ώστε να επεκτείνει την κυριαρχία του επί ελληνικού εδάφους.
Μπορεί να μην στέλνει πρέσβη με τελεσίγραφο παράδοσης, όπως έκανε κάποτε ο Μουσολίνι, αλλά στην πράξη θέτει ακριβώς το ίδιο δίλλημα: Άνευ όρων παράδοση ή πόλεμος.

Για την ελληνική κοινωνία εδώ και δεκαετίες το ενδεχόμενο μιας πολεμικής εμπλοκής με την Τουρκία εμπίπτει στην κατηγορία θεμάτων “Αυτά, δεν γίνονται”. Και παρά το γεγονός ότι η χώρα βυθίστηκε σε μια δεκαετή κρίση, με την καταβαράθρωση όλων των αξιών της και βίωσε στο πετσί της πως εντέλει “όλα γίνονται”, παρακολουθεί με τη συνήθη αμεριμνησία την επίδειξη της εθνικής μας … ψυχραιμίας.

Το αφήγημα πως τα εθνικά σύνορα είναι και ευρωπαϊκά σύνορα και ως τέτοια δεν θα επιτραπεί ποτέ στην Τουρκία να τα παραβιάσει εμπράκτως, έχει τελειώσει προ πολλού. Τα τουρκικά γεωτρύπανα παραβιάζουν ήδη τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου και δεν κουνιέται φύλλο. Όπως επίσης η κατάσταση στο Β. Αιγαίο μιλάει από μόνη της, κάνοντας μάλιστα την Ελλάδα που είναι το θύμα να φαίνεται στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου ως θύτης.

Ένα πρόβλημα που δεν μπορείς να το λύσεις στο επίπεδο που δημιουργείται, κοιτάς να το διαχειριστείς στο πλαίσιο μιας “μεγαλύτερης εικόνας”. Αυτή ήταν και η στρατηγική του Κωνσταντίνου Καραμανλή μετά την τραγωδία της Κύπρου, επενδύοντας στην ευρωπαϊκή θωράκιση της Ελλάδας, με την ένταξη στην τότε ΕΟΚ.

Από τα Ίμια και μετά ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να έχει ψευδαισθήσεις. Η Ε.Ε δεν αποτελεί εγγυητή των εθνικών συμφερόντων της Ελλάδας. Αρέσει, δεν αρέσει, αυτή είναι η αλήθεια. Η στρατηγική για διμερείς σχέσεις με την Άγκυρα που θα περνάνε από τις Βρυξέλλες, είναι πλέον αναποτελεσματική και αδιέξοδη.

Άλλωστε η ελληνική και κυπριακή συνεργασία με Ισραήλ και Αίγυπτο δείχνουν πως πρέπει να αναζητηθεί εναλλακτικός δρόμος. Όμως οι σημερινές “τετραμερείς” δεν φτάνουν. Είναι μια καλή βάση που απαιτεί άμεση γεωγραφική και θεματική διεύρυνση. Για τα προβλήματα της Μεσογείου τον πρώτο λόγο μπορούν πρέπει να έχουν τα κράτη της Μεσογείου.

Η πρόταση που έκανε το 2007 ο Σαρκοζί για μια Μεσογειακή Ένωση και η οποία θάφτηκε γρήγορα κάτω από τα ερείπια της παγκόσμιας κρίσης του 2008 και της “Αραβικής Άνοιξης”, έχει πλέον νόημα να ξαναμπεί στο “τραπέζι” με ελληνική πρωτοβουλία. Και πρώτα απ’ όλα με την επανενεργοποίηση της Ομάδα της Ελιάς, που συστάθηκε το 2006 με ελληνική πρωτοβουλία και στη οποία συμμετείχαν όλα τα Μεσογειακά ΚΜ της ΕΕ με την πραγματοποίηση άτυπων συναντήσεων σε επίπεδο Υπουργών Εξωτερικών.

Το Brexit είναι ήδη γεγονός. Το Frexit, όπως δείχνουν οι δρόμοι του Παρισιού, έρχεται. Το να περιμένουμε… ψύχραιμα, για να γίνουμε τελικά ο “δορυφόρος” της Μεγάλης Τουρκίας δεν μπορεί να είναι η νέα στρατηγική της χώρας. Ας δοκιμάσουμε να βγούμε μπροστά, όχι ως οι μονίμως “κλαψιάρηδες” που αδικούνται αλλά με το θετικό όραμα μιας νέας Ένωσης με στόχο τη συν-ανάπτυξη, τη σταθερότητα και την ειρήνη. Μιας Οικονομικής, Πολιτικής, Αμυντικής και Πολιτιστικής Ένωσης των χωρών της Μεσογείου που θα στηρίζεται στη διαχρονική συμβίωση των λαών της περιοχής και θα δημιουργεί γέφυρες συνεργασίας και όχι τείχη αποκλεισμού. Εντάσσοντας και τις σχέσεις μας με την Τουρκία στο πλαίσιο ενός νέου πολυμερούς οργανισμού της μεσογειακής λεκάνης, από τον Ατλαντικό και το Γιβραλτάρ ως την Ερυθρά Θάλασσα και το Σουέζ, ο οποίος θα θέλει πραγματικά να χαλιναγωγήσει τη σημερινή επιθετικότητα στην περιοχή και μπορεί να βοηθήσει στον απεγκλωβισμό της Τουρκίας από τις φαντασιώσεις του νεο-οθωμανισμού που συντηρεί και αναπαράγει το σημερινό αυταρχικό καθεστώς Ερντογάν που σέρνει τη χώρα σε περιπέτειες για να επιβιώνει πολιτικά.

Προφανώς θα αντιδράσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ε και; Ας τους συστήσουμε… ψυχραιμία!

*Επικεφαλής της Εταιρίας Επικοινωνίας «LOUDCOM»

Παλαιότερα άρθρα: