Foreign Affairs – Αζερμπαϊτζάν vs Αρμενία: Μία εκατονταετής διαμάχη που δεν καταλήγει σε συμβιβασμό!

Διαβάστε επίσης

Επί έναν αιώνα, συγκρούσεις ξεσπούν στην περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, έναν εθνοτικά κυρίως αρμενικό θύλακα που βρίσκεται μέσα από τα σύνορα του Αζερμπαϊτζάν. Στην δεκαετία του 1990, οι Αρμένιοι πίστευαν ότι είχαν κερδίσει στρατιωτική νίκη επί του Αζερμπαϊτζάν όταν κατέλαβαν την αμφισβητούμενη περιοχή και πολλές αζερικές περιοχές τριγύρω.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου, το Αζερμπαϊτζάν ξεκίνησε να τους αποδείξει ότι κάνουν λάθος, αρχίζοντας μια νέα στρατιωτική επίθεση που έχει πάρει πολλές από αυτές τις περιοχές πίσω και έδωσε σε χιλιάδες εκτοπισμένους Αζέρους την ελπίδα ότι θα επιστρέψουν στα εδάφη που εξακολουθούν να θεωρούν πατρίδα τους. Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, ισχυρίστηκε ότι σχεδόν 5.000 άνθρωποι έχουν ήδη πεθάνει -συμπεριλαμβανομένων δεκάδων πολιτών. Και επιστρέφοντας μια αδικία, το Αζερμπαϊτζάν δημιουργεί με αιματηρό τρόπο μια νέα: οι Αρμένιοι του Ναγκόρνο-Καραμπάχ δέχονται επίθεση και ενδέχεται σύντομα να περικυκλωθούν, αντιμετωπίζοντας δυνητικά καταστροφικές ανθρωπιστικές συνέπειες.

Η σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ παραμένει μια από τις πιο τραγικές και επίμονες διαφορές στην Ευρώπη. Είναι ένα από τα τελευταία κομμάτια της ανολοκλήρωτης δουλειάς από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που εξακολουθεί να πολεμιέται με τους κανόνες μηδενικού αθροίσματος του περασμένου αιώνα: Η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν επιδιώκουν να γρονθοκοπήσουν ο ένας τον άλλο μέχρι την συνθηκολόγηση.

Η διαβολική δυσκολία αυτής της σύγκρουσης πηγάζει από δύο παράγοντες: ένα εκατονταετές δίλημμα ασφαλείας, στο οποίο κάθε πλευρά προσπάθησε να επιτύχει αίσθημα ασφάλειας και ελέγχου εις βάρος της άλλης, υπονομεύοντας έτσι την ασφάλεια και των δύο˙ και ένα δημοκρατικό έλλειμμα, μια πλήρη απουσία κοινωνικής εμπιστοσύνης και πραγματικού διαλόγου, που καθιστά σχεδόν αδύνατο τον συμβιβασμό μεταξύ των δύο πλευρών. Η τρέχουσα ξεδοντιασμένη ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας δεν μπορεί να τους συγκρατήσει, όπως δεν το έκαναν και οι πρόσφατες συνομιλίες που ενορχηστρώθηκαν από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Mike Pompeo. Οι κύριες προοπτικές για τον περιορισμό των συγκρούσεων βρίσκονται στους επιμελητειακούς περιορισμούς του τραχιού εδάφους του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και στην προθυμία και ικανότητα δύο μεγάλων δυνάμεων -της Ρωσίας και τώρα, μετά την απουσία ενός αιώνα, της Τουρκίας- να διευκολύνουν μια ειρηνευτική συμφωνία.

Άξιοι υπολογισμού οι μπολσεβίκοι

Οι τελευταίοι ξένοι για την «επίλυση» της σύγκρουσης στο Καραμπάχ ήταν οι Ρώσοι Μπολσεβίκοι. Ακριβώς πριν από 100 χρόνια, το 1920, η 11η στρατιά των Μπολσεβίκων έσπρωξε τις εισβάλλουσες τουρκικές δυνάμεις έξω από τον Καύκασο, συνθλίβοντας τις δύο ανεξάρτητες δημοκρατίες της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν, και κατέλαβε την αμφισβητούμενη ορεινή περιοχή.

Οι Αρμένιοι κατοικούσαν ως επί το πλείστον στο Καραμπάχ και καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της περιοχής, αλλά το Καραμπάχ είχε επίσης μια πόλη Αζέρων, τη Σούσα, και βρισκόταν εξ ολοκλήρου στο έδαφος του Αζερμπαϊτζάν. Ούτε οι Αρμένιοι ούτε οι Αζέροι μπορούσαν να ζήσουν χωρίς το Καραμπάχ, μια περιοχή με μεγάλη σημασία για κάθε έθνος. Αν αφεθούν μόνες τους, και οι δύο πλευρές καταφεύγουν σε εθνοκάθαρση για να το κρατήσουν. Το 1920, οι Αρμένιοι ήταν ιδιαίτερα απρόθυμοι ακόμα και να σκεφτούν να χάσουν το Καραμπάχ αφού είχαν χάσει ολόκληρη την δυτική Αρμενική πατρίδα τους από την Οθωμανική Τουρκία σε μια γενοκτονική βία πέντε χρόνια πριν.

Ούτε οι Αρμένιοι ούτε οι Αζέροι είχαν σημαντικό λόγο [να εκφράσουν] για την επίλυση της διαφοράς. Τον Ιούλιο του 1921, το «Γραφείο του Καυκάσου» των Μπολσεβίκων, υπό την ηγεσία του Ιωσήφ Στάλιν, αποφάσισε ότι μια νέα επινοημένη περιοχή που ονομάζεται Ναγκόρνο («ορεινό»)-Καραμπάχ θα σχηματιστεί μέσα στο Σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν. Ο θύλακας θα έχει σχετική αυτονομία και έναν συντριπτικά αρμενικό πληθυσμό.

Οι ιστορικοί έχουν συζητήσει ασταμάτητα την απόφαση του Στάλιν όλα αυτά τα χρόνια. Μερικοί ισχυρίζονται ότι ήταν μια σκόπιμη προσπάθεια «διαίρει και βασίλευε». Άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού Arsene Saparov, διαφωνούν, υποστηρίζοντας ότι η σοβιετική σκέψη ήταν πολύ πιο βραχυπρόθεσμη και οικονομική: οι Μπολσεβίκοι φαντάστηκαν ότι το Αζερμπαϊτζάν δεν θα ήταν βιώσιμο εάν περιείχε μια νησίδα εδάφους που ελέγχεται από την γειτονική του Αρμενία. Το Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν είχε επίσης καλή οδική σύνδεση με την Αρμενία, οπότε η ύπαρξή του στο Αζερμπαϊτζάν είχε καλή εμπορική λογική. Σε κάθε περίπτωση, ως ευσεβείς μαρξιστές, οι Μπολσεβίκοι ίσως πίστευαν πραγματικά ότι μέσα σε μια γενιά, τόσο οι Αρμένιοι όσο και οι Αζέροι θα απέρριπταν τις εθνικές τους ταυτότητες και θα γίνονταν καλοί σοσιαλιστές.

Υπό την σοβιετική κυριαρχία, η διευθέτηση ως επί το πλείστον λειτούργησε, και οι δύο κοινότητες ζούσαν γενικά ειρηνικά δίπλα-δίπλα, αν και ήταν περισσότερο παράλληλα παρά μαζί, για εξήμισι δεκαετίες. Ο Sergei Shugarian, πρώην αξιωματούχος του Κομμουνιστικού Κόμματος των Αρμενίων, μου είπε ότι οι ελίτ των Αρμενίων και των Αζέρων ταιριάζουν καλά, όπως και οι εργάτες: «[Τα] κάτω-κάτω [κοινωνικά στρώματα] ζούσαν φιλικά, δεν υπήρχαν καθόλου προβλήματα». Όμως, οι εντάσεις συνεχίστηκαν στη μέση [της κοινωνικής κλίμακας], ειδικά μεταξύ των διανοουμένων, οι οποίοι κράτησαν ζωντανές τις φλόγες του εθνικισμού, εξακολουθώντας να τροφοδοτούν τις εθνικές φιλοδοξίες που θα μπορούσαν να εκπληρωθούν μόνο εις βάρος του άλλου.

Η απόφαση του 1921 στερείται πράγματι νομιμότητας, όπως και όλα τα διατάγματα των Μπολσεβίκων εκείνης της περιόδου. Αλλά το να ξαναδώσει η Μόσχα το Ναγκόρνο-Καραμπάχ στην Αρμενία το 1988 δύσκολα θα αποτελούσε έναν θρίαμβο της δικαιοσύνης. Μια τέτοια κίνηση απλώς θα δημιουργούσε ένα νέο είδος παρανομίας που θα τιμωρούσε το Αζερμπαϊτζάν και τους Αζέρους που ζούσαν μέσα και γύρω από τον θύλακα. Η πιο προφανής λύση θα ήταν να παραχωρηθεί στους Αρμένιους του Ναγκόρνο-Καραμπάχ πραγματική και ουσιαστική αυτονομία εντός ενός ολοκληρωμένου Αζερμπαϊτζάν. Αλλά η αυταρχική πολιτική κουλτούρα της Σοβιετικής Ένωσης πολεμούσε εναντίον ενός τέτοιου συμπεράσματος. Σοβιετικοί Αρμένιοι και Αζερμπαϊτζάν αξιωματούχοι δεν μιλούσαν οι μεν στους δε τόσο πολύ όσο έκαναν εκκλήσεις στο Κρεμλίνο και ζητούσαν από τον Σοβιετικό ηγέτη, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, να αποφασίσει υπέρ τους.

Ο Γκορμπατσόφ αποφάσισε τελικά να εγκαταλείψει το Ναγκόρνο-Καραμπάχ στο Αζερμπαϊτζάν, αλλά να αναθέσει την διοίκησή του σε ειδική επιτροπή από τη Μόσχα. Η απόφαση δεν ευχαρίστησε καμία πλευρά. Μέχρι τότε, η βία είχε ήδη ξεσπάσει μεταξύ των Αρμενίων και των Αζέρων, ξεκινώντας με τρομακτικά πογκρόμ εναντίον των Αρμενίων στην πόλη Sumgait του Αζερμπαϊτζάν.

Καθώς η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε στα τέλη του 1991, οι δύο πλευρές πήραν διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Οι Αρμένιοι κήρυξαν το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ανεξάρτητο κράτος, ενώ το κοινοβούλιο του Αζερμπαϊτζάν στο Μπακού κατάργησε επίσημα την αυτονομία της περιοχής εντελώς. Αλλά το Αζερμπαϊτζάν κατείχε ένα νομικό δυνατό χαρτί: καθώς τα εσωτερικά σοβιετικά σύνορα έγιναν διεθνή σύνορα, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ θεωρήθηκε πλέον μέρος του Αζερμπαϊτζάν -ανεξάρτητα από την γνώμη της πλειοψηφίας των κατοίκων του.

Η χίμαιρα της ολοκληρωτικής νίκης

Το σκηνικό είχε στηθεί για έναν βίαιο λογαριασμό. Το 1991, οι δύο χώρες διολίσθησαν σε έναν πόλεμο που με πολλούς τρόπους έδινε την αίσθηση σαν το 1920 ξανά. Με μια αδύναμη και διφορούμενη Ρωσία να προσπαθεί να συγκρατήσει και τις δύο πλευρές -ενώ παράλληλα παρείχε στρατιωτική βοήθεια και στις δύο- η σύγκρουση έγινε η αναζήτηση για μια απόλυτη νίκη. Το 1994, μετά από μεγάλη αιματοχυσία, οι Αρμένιοι τελικά επικράτησαν, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο όχι μόνο του ίδιου του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αλλά και επτά περιβαλλόντων εδαφικών περιοχών του Αζερμπαϊτζάν, εκτοπίζοντας μισό εκατομμύριο Αζέρους πολίτες στην διαδικασία.

Οι μάχες σταμάτησαν το 1994, αλλά ο ρητορικός και πολιτικός πόλεμος συνεχίστηκε. Οι μαξιμαλιστικές θέσεις σε κάθε πλευρά -τώρα τυγχάνουν υπεράσπισης σε άγριες μάχες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης- έχουν καταλάβει την συζήτηση: κάθε πλευρά ουσιαστικά οραματίζεται το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ως μια μονοεθνική περιοχή χωρίς την άλλη κοινότητα.

Με τα χρόνια, πολλοί Αρμένιοι άρχισαν με ύβρι να αναφέρονται στις περιοχές του Αζερμπαϊτζάν που γειτνιάζουν με το Ναγκόρνο-Καραμπάχ τις οποίες είχαν καταλάβει μεταξύ 1992 και 1994 ως «απελευθερωμένες περιοχές». Σε κενές πόλεις και χωριά δόθηκαν αρμένικα ονόματα και κατοικήθηκαν εκ νέου από χιλιάδες έποικους. Το 2017, οι de facto αρχές στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ μετονόμασαν τον θύλακα ως «Δημοκρατία του Artsakh», χρησιμοποιώντας ένα μεσαιωνικό αρμενικό όνομα που φάνηκε να αρνείται περαιτέρω στον πρώην Αζερικό μειονοτικό πληθυσμό οποιονδήποτε ισχυρισμό ότι ανήκει στην περιοχή.

Ως αντίδραση, οι αξιωματούχοι του Αζερμπαϊτζάν συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα ονόματα των Αζέρων -όπως Khankendi για την πρωτεύουσα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, την Stepanakert- για πόλεις που είχαν αρμενικής πλειοψηφίας πληθυσμούς έως και κατά 90% τους σοβιετικούς χρόνους και να υπόσχονται την επερχόμενη «απελευθέρωσή τους». Το μήνυμα ήταν ότι το Μπακού ήθελε αυτές τις πόλεις του Καραμπάχ πίσω, αλλά όχι τους Αρμένιους που ζούσαν σε αυτές. (Οι δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν κατέλαβαν πρόσφατα την κατοικημένη από Αρμένιους πόλη Hadrut μαζί με μια χούφτα άλλων χωριών στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, και όλοι οι κάτοικοί τους έχουν διαφύγει). Αν και αξιωματούχοι του Αζερμπαϊτζάν εξακολουθούν να μιλούν –κυρίως στο ξένο κοινό– σχετικά με την προσφορά «υψηλής αυτονομίας» στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, το Μπακού δεν έχει συντάξει ποτέ μέσα στα 30 χρόνια [που είναι ανεξάρτητο] καμία πρόταση που να διευκρινίζει πώς θα μοιάζει αυτό το καθεστώς.

Οι δύο πλευρές οχυρώθηκαν τόσο πολύ στις θέσεις τους που μια λεπτή διπλωματική λύση δεν βρήκε καθόλου υποστηρικτές. Το 2006, Γάλλοι, Ρώσοι και Αμερικανοί διαμεσολαβητές συνέταξαν ένα σχέδιο για να βρουν μια λύση για την σύγκρουση, να κάνουν πιο εκλεπτυσμένη την διαμάχη για την κυριαρχία, και να αποκαταστήσουν τα δικαιώματα όσο το δυνατόν περισσότερων Αρμενίων και Αζέρων. Όμως, το έγγραφό τους επί των Βασικών Αρχών δεν έχει κερδίσει ποτέ σοβαρή ελκυστικότητα μεταξύ των ελίτ της περιοχής ή των ευρύτερων κοινωνιών της.

Στην μελέτη του σχετικά με την σύγκρουση της Ρωσικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ιστορικός Michael Reynolds κατέληξε στο συμπέρασμα: «Η αναζήτηση της απόλυτης ασφάλειας είναι ο δρόμος για την καταστροφή. Η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι πιο απόλυτη από όσο το μέλλον [μπορεί να είναι] γνωστό. … Η πιθανή απειλή από την φύση της είναι πανταχού παρούσα και αδύνατο να εξαφανιστεί. Το να την κυνηγάς σημαίνει να προκαλείς αντιδράσεις, να ξεκινάς αλυσίδες γεγονότων που είναι ανεξέλεγκτες».

Η σύγκρουση για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ τόσο στις παλιές όσο και στις νέες της εκφάνσεις προσφέρει ένα δίδαγμα για την αδυναμία μιας απόλυτης νίκης. Ένα θύμα γρήγορα γίνεται θύτης και το αντίστροφο. Στις τρέχουσες μάχες, το εκκρεμές έχει πλέον στραφεί υπέρ του Αζερμπαϊτζάν στο πεδίο της μάχης. Ο λαός του Αζερμπαϊτζάν συγκεντρώθηκε πίσω από τους ηγέτες του καθώς οι ένοπλες δυνάμεις του σημειώνουν στρατιωτικές επιτυχίες και ανακτούν χαμένα εδάφη. Οι μεγάλοι αριθμοί απωλειών δεν έχουν μέχρι στιγμής αμβλύνει τον ενθουσιασμό τους για την επίθεση.

Ωστόσο, οι Αζέροι πρέπει να δώσουν προσοχή στην δική τους εμπειρία του 1994, όταν οι Αρμένιοι πίστευαν ότι είχαν επιτύχει την «απόλυτη ασφάλεια». Εάν αντιμετωπίσουν την προοπτική να χάσουν την αγαπημένη τους περιοχή του Καραμπάχ, οι Αρμένιοι μπορούν να καταφύγουν σε απελπισμένα μέτρα και να συνεχίσουν τον πόλεμο με άλλα μέσα, ίσως ακόμη και να επιτεθούν σε στόχους του Αζερμπαϊτζάν έξω από την περιοχή.

Λύση από το εξωτερικό

Η σύγκρουση έρχεται σε μια ιδιαίτερα κακή διεθνή στιγμή –κάτι που μπορεί να είναι ο λόγος που το Αζερμπαϊτζάν επέλεξε αυτή την ώρα για να ενεργήσει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν απεμπλακεί σε μεγάλο βαθμό εδώ και χρόνια, παρά τον επίσημο ηγετικό τους ρόλο στην διαδικασία διαμεσολάβησης που υποστηρίχθηκε από τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ, Organization for Security and Co-operation in Europe, OSCE). Η στρατηγική της Ρωσίας για αμφιλογία και εξισορρόπηση έχει εκτεθεί: εάν η Μόσχα υποστηρίξει ανοιχτά τον στρατιωτικό της σύμμαχο, την Αρμενία, θα χάσει αμέσως τον άλλο πολύτιμο συνεργάτη της, το Αζερμπαϊτζάν.

Η Τουρκία, ένας παίκτης που δεν είχε παρέμβει στην περιοχή ακριβώς για 100 χρόνια, έριξε πάλι το βάρος της: Η Άγκυρα ίσως να ξεκίνησε τη νέα σύγκρουση δίνοντας άμεση στρατιωτική βοήθεια στο Αζερμπαϊτζάν -και κατ’ αυτόν τον τρόπο, εγείροντας παλιούς υπαρξιακούς φόβους μεταξύ των Αρμενίων. Η βοήθεια του Τούρκου προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Μπακού μπορεί να καθοδηγείται περισσότερο από την εγχώρια πολιτική και την αλληλεγγύη προς ένα τουρκικό έθνος παρά από ένα πραγματικό στρατηγικό ενδιαφέρον για τον Καύκασο, αλλά η προμήθεια θανατηφόρων στρατιωτικών drones στο Αζερμπαϊτζάν ήταν μέχρι στιγμής ο αποφασιστικός παράγοντας στον πόλεμο.

Εάν η προέλαση του Αζερμπαϊτζάν επιβραδυνθεί από τον χειμώνα ή την ορεινή γεωγραφία των περιοχών, η σύγκρουση θα μπορούσε να μετατραπεί σε αργό πόλεμο τριβής γύρω από το ίδιο το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, όπου οι αρμενικές δυνάμεις είναι ακόμη ριζωμένες. Εάν οι δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν καταφέρουν να περικυκλώσουν το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, να κόψουν τις γραμμές εφοδιασμού του από την Αρμενία, θα μπορούσε να προκύψει ανθρωπιστική καταστροφή.

Εάν υπάρχει αδιέξοδο, οι παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις θα μπορούσαν επίσης να προσπαθήσουν να το επιλύσουν, με την Ρωσία και την Τουρκία να επαναλαμβάνουν τους ρόλους που έπαιξαν στον Καύκασο τον 19ο αιώνα, όταν ο Ρώσος τσάρος και ο Οθωμανός σουλτάνος πολέμησαν μια σειρά πολέμων γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα. Ο Ερντογάν και ο Πούτιν μίλησαν τηλεφωνικά στις 14 Οκτωβρίου, κάνοντας τους παρατηρητές να αναρωτιούνται αν οι ηγέτες θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν για μια τέτοια συμφωνία, η οποία θα διαμορφωθεί περισσότερο από τις ατζέντες τους παρά από εκείνες των Αρμενίων και των Αζέρων.

Η προσέγγιση της πολυμερούς διπλωματίας από δρώντες εκτός της περιοχής δεν απέφερε πολλούς καρπούς για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Στο αποκορύφωμα της ευρωπαϊκής πολυμερούς προσέγγισης, το 1992, ο ΟΑΣΕ ίδρυσε την Ομάδα του Μινσκ -αποτελούμενη από την Λευκορωσία, την Γαλλία, την Ρωσία, την Τουρκία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και πολλά Δυτικά ευρωπαϊκά έθνη, μαζί με την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν- για την επίλυση της σύγκρουσης. Όμως η διαδικασία πέτυχε ελάχιστα και δεν ξεκίνησε καν να αντιμετωπίζει το δημοκρατικό έλλειμμα [που βρίσκεται] στην καρδιά της σύγκρουσης με την εμπλοκή της κοινωνίας των πολιτών, την συζήτηση με περιθωριοποιημένες κοινότητες, ή την αντιμετώπιση της τοξικής ρητορικής μίσους που τροφοδοτεί την σύγκρουση. Η Ρωσία τελικά ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον καθορισμό της μοίρας της περιοχής, όπως και στον προηγούμενο αιώνα.

Μια συμφωνία με τη μεσολάβηση της Ρωσίας και της Τουρκίας πιθανότατα θα έκανε τους Αρμένιους να μειονεκτούν λόγω της ενίσχυσης της τουρκικής επιρροής στην περιοχή, αλλά το Αζερμπαϊτζάν θα μπορούσε να χάσει επίσης. Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να επιτρέψει την ύπαρξη Ρώσων ειρηνευτικών δυνάμεων στην περιοχή, κάτι στο οποίο το Αζερμπαϊτζάν αντιτίθεται σταθερά. Θα αυξήσει επίσης την μόχλευση της Τουρκίας του Ερντογάν, η οποία καθοδηγείται όλο και περισσότερο από μια σουνιτική μουσουλμανική θρησκευτική ατζέντα, στο κατά κύριο λόγο κοσμικό και σιιτικό Αζερμπαϊτζάν.

Οι μόνες χώρες που μπορούν να αποτρέψουν έναν αέναο πόλεμο ή μια σύγχρονη ρωσο-τουρκική συμφωνία μεγάλων δυνάμεων -ενώ επιτυγχάνουν μια δίκαιη διευθέτηση- είναι η ίδια η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν. Αλλά αυτό θα απαιτούσε να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η επίλυση της σύγκρουσής τους είναι περισσότερο προς το κοινό συμφέρον τους από το να επιμένουν με την στρατιωτική βία ή με το να επιτρέψουν σε άλλους να την επιλύσουν. Η τρέχουσα πικρία και η αιματοχυσία δείχνουν δυστυχώς ότι μια τέτοια απόφαση δεν είναι κοντά. Ακόμα κι αν αυτός ο γύρος μαχών τελειώσει υπέρ του Αζερμπαϊτζάν, οι Αρμένιοι δεν θα τα παρατήσουν. Η διαμάχη για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ πιθανότατα θα παραμείνει ανεπίλυτη για μια άλλη γενιά.

Foreign Affairs: No Compromise in Sight for Armenia and Azerbaijan
Απόδοση: Γιάννης Κουτρουμπής

Παλαιότερα άρθρα: