Foreign Affairs: Το δόγμα του Μπάιντεν για τα πάντα

Διαβάστε επίσης

Το σκήπτρο της παγκόσμιας ηγεσίας δεν ταιριάζει με μια εξωτερική πολιτική για τη μεσαία τάξη

«Το να κυβερνάς είναι να επιλέγεις», θύμισε ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Pierre Mendès-France στους συμπολίτες του εξηγώντας γιατί η κάποτε περήφανη αυτοκρατορία της οποίας ηγείτο έπρεπε να εγκαταλείψει τις αποικίες της στην Ινδοκίνα την δεκαετία του 1950. Κάποιος μπορεί να υποψιαστεί ότι ο Mendès-France δεν θα είχε πάει πολύ μακριά στο σύγχρονο Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ. Σε αυτό το ύστερο στάδιο της αμερικανικής αυτοκρατορίας, η διοίκηση του προέδρου, Τζο Μπάιντεν, φαίνεται συχνά να πιστεύει ότι το να κυβερνάς στην εξωτερική πολιτική είναι να επιλέγεις σχεδόν τα πάντα.

Οι πρώτες ομιλίες του Μπάιντεν περί εξωτερικής πολιτικής, σύμφωνα με μια μεγάλη αμερικανική παράδοση, περιέχουν ένα τεράστιο πλήθος υψηλών στόχων. Θα δώσει προτεραιότητα στην δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα «αντιμετωπίζοντας αυτήν τη νέα εποχή της προέλασης του αυταρχισμού» που προέρχεται από την Κίνα, την Ρωσία και αλλού. Θα δώσει προτεραιότητα στους συμμάχους «αναζωογονώντας το δίκτυο συμμαχιών και συνεργασιών της Αμερικής» και ανανεώνοντας την δέσμευση για υπεράσπιση των φίλων. Και θα δώσει προτεραιότητα στη μεσαία τάξη των ΗΠΑ αναγνωρίζοντας ότι σε «κάθε ενέργεια που κάνουμε στην συμπεριφορά μας στο εξωτερικό, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις αμερικανικές εργαζόμενες οικογένειες». Όλα ακούγονται υπέροχα, αλλά σαφώς το μπροστινό μέρος της ουράς θα είναι ιδιαιτέρως πολυπληθές.

Οι ανταγωνιστικές επιταγές της προώθησης της δημοκρατίας, της παγκόσμιας ηγεσίας, και της «εξωτερικής πολιτικής για τη μεσαία τάξη» περιέχουν πλήρεις, αν και μη αναγνωρισμένες, εντάσεις. Εν μέρει, αυτές οι εντάσεις προέρχονται από τον περιορισμένο χρόνο και την προσοχή που έχει ο πρόεδρος των ΗΠΑ και το ανώτερο προσωπικό του˙ κάθε χρόνος που ο Μπάιντεν ξοδεύει στην υπεράσπιση συμμάχων στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας δεν θα ξοδευτεί για τις ανησυχίες της μεσαίας τάξης των ΗΠΑ. Αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό, η ένταση προέρχεται από τους περιορισμένους πόρους και το πολιτικό κεφάλαιο που έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για διαπραγματεύσεις με τους συμμάχους τους και τους αντιπάλους τους.

Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δώσουν προτεραιότητα στην άμυνα της Ανατολικής Ευρώπης, δεν θα μπορούν να πιέσουν τόσο σκληρά τους Ευρωπαίους συμμάχους τους να κάνουν εμπορικές παραχωρήσεις που θα μπορούσαν να προωθήσουν τις θέσεις εργασίας των ΗΠΑ. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρωθούν στην σύναψη μιας νέας πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν, δεν θα μπορούν να στηριχτούν τόσο πολύ στην Σαουδική Αραβία για να μειώσει τις τιμές της ενέργειας ή να απέχει από δολοφονίες δημοσιογράφων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επιβάλουν κυρώσεις σε έναν ρωσο-γερμανικό αγωγό φυσικού αερίου για να προστατεύσουν την κυριαρχία της Ουκρανίας, αλλά τότε η οικονομία των ΗΠΑ θα υποφέρει, ιδιαίτερα εάν οι Ρώσοι ή οι Γερμανοί επιβάλλουν κυρώσεις ως αντίποινα. Τέτοιες ανταλλαγές είναι αναπόφευκτες, αλλά σπάνια διατυπώνονται από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.

Μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση Μπάιντεν, τουλάχιστον ρητορικά, επέμεινε ότι μπορεί να επιδιώξει όλους τους στόχους της χωρίς να κάνει θυσίες ή να αντιμετωπίσει εντάσεις. Μια τέτοια εξωτερική πολιτική ευρείας δέσμευσης δεν είναι πλέον βιώσιμη. Πράγματι, η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης να αποσύρει τις δυνάμεις των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν σημαίνει ότι κατανοεί την ανάγκη περιορισμού των δεσμεύσεών της. Το βασικό ερώτημα για ένα αναδυόμενο δόγμα Μπάιντεν είναι αν θα καταφέρει να μειώσει τις ευθύνες των ΗΠΑ ή θα μπλεχτεί με τις υπερβολικές υποσχέσεις του.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΟΣ

Η συνήθης απάντηση των υπευθύνων της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ σε οποιαδήποτε δύσκολη επιλογή είναι να επιμένουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να τα κάνουν όλα, ότι μπορούν, σύμφωνα με το παλιό κλισέ, «να περπατούν και να μασούν τσίχλα ταυτόχρονα» (“walk and chew gum at the same time”). Πρόκειται για μια πολυτελή προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής, αλλά αντικατοπτρίζει το όραμα των Ηνωμένων Πολιτειών για τον εαυτό τους ως μια χώρα που έχει απεριόριστο πλούτο και ισχύ αρκεί απλώς να συγκεντρώνει την βούληση να τα χρησιμοποιήσει.

Δυστυχώς, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να αντέξουν το επίπεδο της πολυτέλειας που πέτυχαν τις Αλκυονίδες ημέρες μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Η άνοδος άλλων δυνάμεων, ιδίως της Κίνας, σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πλέον την επιλογή να αφιερώσουν πόρους σε κάθε πρόβλημα στον κόσμο. Η αυξανόμενη εγχώρια πολιτική πόλωση έχει διαλύσει την συναίνεση που απαιτείται για την δημιουργία μιας συνεπούς εξωτερικής πολιτικής. Και η αύξηση του χρέους των ΗΠΑ και μια γηράσκουσα κοινωνία θα αναγκάσουν τελικά τις Ηνωμένες Πολιτείες να μειώσουν τις δαπάνες τους για την άμυνα και την εθνική ασφάλεια. Οι προοδευτικοί στα αριστερά και οι Τραμπικοί στην δεξιά επιμένουν στην ανάγκη να δοθεί προτεραιότητα στην οικονομία των ΗΠΑ όταν πρόκειται για τον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής. Οι ψηφοφόροι δεν θα ανταμείψουν μια εξωτερική πολιτική του Μπάιντεν που θα παρεμβαίνει σε μακρινά προβλήματα στο όνομα της παγκόσμιας ηγεσίας των ΗΠΑ, ενώ θα φαίνεται να παραμελεί τα εγχώρια θέματα.

Αλλά αυτές οι ανησυχίες λιώνουν μέσα στη φούσκα της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον. Πολλά από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η πλειοψηφία των ειδικών επί της εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσινγκτον, δεξαμενές σκέψης και ορισμένες ομάδες στο Κογκρέσο απαιτούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες να κάνουν κάτι όποτε ένα πρόβλημα ή μια κρίση προκύπτει οπουδήποτε στον κόσμο. Μόλις τον πρώτο μήνα της διοίκησης του Μπάιντεν, οι διαδηλώσεις στην Ρωσία, το πραξικόπημα στη Μιανμάρ, και ο εμφύλιος πόλεμος στην Αιθιοπία προκάλεσαν αιτήματα για δράση.

Αυτή είναι μια σεβαστή παράδοση στην Ουάσιγκτον. Κατά την διάρκεια της διοίκησης του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, για παράδειγμα, το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής πίεσε την κυβέρνηση να παρέμβει στον εμφύλιο πόλεμο στην Συρία. Ο Ομπάμα δεν ήθελε να εμπλακεί σε αυτόν τον πόλεμο, αλλά αυτή η πίεση σήμαινε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ και ο ίδιος ο Ομπάμα έδωσαν μεγαλύτερη προσοχή και επένδυσαν περισσότερο πολιτικό κεφάλαιο στην κρίση στην Συρία από όσο σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, ειδικά τα έτη μεταξύ 2011 και 2013. Είναι δύσκολο, σε τελική ανάλυση, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου, να ξυπνούν κάθε πρωί και να διαβάζουν άρθρα από άτομα που γνωρίζουν και σέβονται για το πώς η αδράνεια της διοίκησης σε κάποια μακρινά εδάφη προκαλεί τεράστια δεινά.

Ωστόσο, αυτή η πολύ ανθρώπινη αντίδραση στην πίεση των ομοτίμων δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα τα συμφέροντα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ ή την εσωτερική πολιτική πραγματικότητα. Το ζήτημα του τι πρέπει να κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Συρία πυροδότησε τεράστια συζήτηση στην Ουάσινγκτον, αλλά το θέμα εμφανίστηκε ελάχιστα στις προεδρικές εκλογές του 2012: το κοινό που ψήφισε απλά δεν νοιαζόταν. Μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2016, ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Ρεπουμπλικανός προεδρικός υποψήφιος, απλώς θρήνησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν πάρα πολύ σε εμφύλιους πολέμους στη Μέση Ανατολή. Οι ειδικοί της εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσινγκτον έχουν αποκτήσει την ικανότητα να ισχυρίζονται ότι το κοινό υποστηρίζει οποιαδήποτε πολιτική αυτοί προτιμούν˙ μπορεί κανείς να βρει υποστήριξη μέσω συνετών δημοσκοπήσεων για κάθε είδους εμπλοκή των ΗΠΑ στο εξωτερικό. Ωστόσο, είναι σαφές από τις πρόσφατες εκλογές ότι οι Αμερικανοί δίνουν πολύ μεγαλύτερη προτεραιότητα στα εσωτερικά ζητήματα από όση σε οποιεσδήποτε απόψεις περί εξωτερικής πολιτικής εκφράζουν στους δημοσκόπους.

Εκ των υστέρων, η κυβέρνηση Ομπάμα έπρεπε να είχε ακολουθήσει τα ένστικτα του προέδρου και να αγνοήσει σε μεγάλο βαθμό τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας. Η κυβέρνηση Τραμπ, παρ’ όλες τις αμαρτίες της, έδειξε ότι είναι δυνατόν να αγνοηθεί η συμβατική σοφία του κατεστημένου της εξωτερικής πολιτικής χωρίς πολιτικές επιπτώσεις.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΡΑΞΙΑΣ

Η κυβέρνηση Μπάιντεν χρειάζεται μια εξωτερική πολιτική που να αναγνωρίζει αυτές τις πραγματικότητες και που να δείχνει στους ψηφοφόρους ότι επικεντρώνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά πρέπει επίσης να αποφύγει να πέσει στην παγίδα του Τραμπ ώστε να αποξενώσει άσκοπα συμμάχους των ΗΠΑ και να γυρίσει την πλάτη της σε διεθνείς θεσμούς που εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα μακροπρόθεσμα.

Η διοίκηση φαίνεται να κατανοεί την ανάγκη για αυτήν την πράξη εξισορρόπησης. Όπως το διατύπωσε ο υπουργός Εξωτερικών, Antony Blinken, κάθε δράση εξωτερικής πολιτικής πρέπει να έχει μια σαφή και ξεκάθαρη εξήγηση για το πώς προωθεί την οικονομική ευημερία των ΗΠΑ. «Έχουμε θέσει τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής για την διοίκηση Μπάιντεν», σημείωσε ο Μπλίνκεν στην πρώτη του μεγάλη ομιλία τον Μάρτιο, «θέτοντας μερικές απλές ερωτήσεις: Τι θα σημαίνει η εξωτερική μας πολιτική για τους Αμερικανούς εργαζόμενους και τις οικογένειές τους; Τι πρέπει να κάνουμε σε όλο τον κόσμο για να μας κάνει πιο δυνατούς εδώ στην πατρίδα; Και τι πρέπει να κάνουμε στην πατρίδα για να μας κάνει πιο δυνατούς στον κόσμο;».

Αυτή η εστίαση στη μεσαία τάξη είναι η σαφέστερη διαφορά του Μπάιντεν από την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα στην οποία, κατά τα άλλα, παρέμεινε αρκετά πιστός. Αντιπροσωπεύει ουσιαστικά μια επανάσταση, τουλάχιστον ρητορικά, για μια ομάδα εξωτερικής πολιτικής που στελεχώνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από βετεράνους του Ομπάμα. Το οικονομικό πλαίσιο θα πρέπει να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της αναπόφευκτης Τραμπικής κριτικής ότι κάθε πρωτοβουλία της εξωτερικής πολιτικής του Μπάιντεν είναι «κακή συμφωνία» για την οικονομία των ΗΠΑ.

Η προσέγγιση του Blinken αγκαλιάζει επίσης μια λογικά μακροπρόθεσμη οπτική που αναγνωρίζει, για παράδειγμα, ότι η συμμετοχή των ΗΠΑ σε πολυμερείς οργανισμούς και διεθνείς συνθήκες αντιπροσωπεύει ένα φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον. «Όπου γράφονται οι κανόνες για την διεθνή ασφάλεια και την παγκόσμια οικονομία», υποσχέθηκε [11], «η Αμερική θα είναι εκεί, και τα συμφέροντα του αμερικανικού λαού θα είναι στο επίκεντρο».
Αλλά είναι πολύ λιγότερο σαφές το πού δεν θα βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως ίσως να είχε σημειώσει ο Mendès-France, είναι επίσης σημαντικό το τι δεν θα κάνει η ομάδα του Μπάιντεν. Δεν υπάρχουν επαναστάσεις που είναι ξεκάθαρα εποικοδομητικές. Η πραγματική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική θα απαιτήσει όχι μόνο την προσθήκη καθηκόντων στον μακρύ κατάλογο των ευθυνών των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και την απομάκρυνση εκείνων που έχουν καταστεί μη βιώσιμες. Για τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ, πολλοί από τους οποίους έχουν προσωπικά συμφέροντα στις υπάρχουσες δεσμεύσεις της εξωτερικής πολιτικής, η μείωση των ευθυνών είναι πιο δύσκολη από την ανάληψη νέων. Η απόφαση της κυβέρνησης να αποσύρει στρατεύματα από το Αφγανιστάν έως τον Σεπτέμβριο δείχνει ότι κατανοεί την ανάγκη μείωσης των δεσμεύσεων των ΗΠΑ στο εξωτερικό. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη εμπόδια: η ανακοίνωση πυροδότησε μια οργισμένη αντίδραση [12] στην Ουάσινγκτον και υπάρχουν αμφιβολίες [13] ότι η κυβέρνηση θα πραγματοποιήσει μια απόσυρση που αμφότεροι οι Ομπάμα και Τραμπ είχαν επίσης υποσχεθεί.

Εάν η ομάδα του Μπάιντεν επιθυμεί να αναδιαμορφώσει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, πρέπει να κάνει περισσότερα από την απλή αποχώρηση από το Αφγανιστάν. Πρέπει να σκεφτεί συστηματικά το πώς να μειώσει ευρέως τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ σε περιφερειακά συμφέροντα που εστιάζουν χρόνο, ενέργεια και πόρους σε προβλήματα που δεν έχουν σημασία για το κοινό των ΗΠΑ και δεν είναι απαραίτητα για την διατήρηση της ασφάλειας των ΗΠΑ, ακόμη και αν απασχολούν την φούσκα της Ουάσιγκτον. Φυσικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να παραμείνουν δεσμευμένες στον κόσμο, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και στρατιωτικά, αλλά σε κάθε περίπτωση, ο πρόεδρος θα πρέπει να μπορεί να εξηγήσει με σαφή και απλό τρόπο το γιατί μια δεδομένη δέσμευση συμβάλλει άμεσα στην ασφάλεια και την ευημερία των ΗΠΑ. Διαφορετικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αποδεσμευτούν.

Με την σημαντική εξαίρεση της απόφασης για το Αφγανιστάν, είναι πολύ δύσκολο σε αυτό το πρώιμο στάδιο να περιγράψουμε τι δεν προτίθεται να πράξει η ενεργητική ομάδα του προέδρου στην εξωτερική πολιτική. Διατήρησε την Τραμπική εμμονή με την Κίνα, ξεκίνησε εκ νέου (έμμεσες) πυρηνικές συνομιλίες με το Ιράν, και σηματοδότησε στο Twitter το ενδιαφέρον για σχεδόν όλες τις σιγοκαίουσες εμφύλιες συγκρούσεις και παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο από την Αιθιοπία έως τη Μιανμάρ.

ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΛΙΓΟΤΕΡΑ

Η εκμάθηση να κάνει λιγότερα θα απαιτήσει μεγάλη προσαρμογή. Η κυβέρνηση του Μπάιντεν θα πρέπει να ξεκινήσει υποτιμώντας την ιρανική πυρηνική συμφωνία, η οποία είναι κάτι σαν εμμονή για την Ουάσινγκτον και σχεδόν άγνωστη έξω από τον στενό κύκλο της πόλης. Στην ιδανική περίπτωση, αυτό θα σήμαινε την αποχώρηση από τις διαπραγματεύσεις και να δοθεί η δυνατότητα στα περιφερειακά μέρη να αναζητήσουν λύση. Εναλλακτικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να στηρίξουν ευρωπαϊκές ή άλλες πολυμερείς προσπάθειες για την διαμεσολάβηση σε διαπραγματεύσεις χωρίς να ηγηθούν. Ως απάντηση σε αυτήν την πρόταση, οι επαγγελματίες της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ θα επαναλάβουν αναμφίβολα το σύνθημα ότι χωρίς ενεργή ηγεσία των ΗΠΑ το ιρανικό πυρηνικό ζήτημα δεν μπορεί να επιλυθεί. Όμως, δεκαετίες αμερικανικών δράσεων στην περιοχή τόσο από τις Δημοκρατικές όσο και από τις Ρεπουμπλικανικές διοικήσεις μόνο βοήθησαν το Ιράν να οδηγηθεί σε ένα πυρηνικό πρόγραμμα και συνέβαλαν σε διαδοχικούς πολέμους.

Ίσως ήρθε η ώρα να δοκιμαστεί μια άλλη προσέγγιση που να αναγνωρίζει ότι η αμερικανική μεσαία τάξη δεν έχει κάποιο διακύβευμα στον αγώνα για την περιφερειακή επιρροή μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας˙ δεν επωφελείται από την υποστήριξη των ΗΠΑ στην Σαουδική Αραβία και τις κυρώσεις κατά του Ιράν και των χωρών που συνεργάζονται με το Ιράν. Η πραγματική εστίαση σε μια εξωτερική πολιτική για τη μεσαία τάξη θα πρέπει να σημαίνει την εγκατάλειψη των εμμονών της Ουάσιγκτον με το Ιράν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει επίσης να μειώσουν τις στρατιωτικές τους δεσμεύσεις στο εξωτερικό, όχι μόνο στο Αφγανιστάν, αλλά και στο Ιράκ, την Ευρώπη και την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Θα πρέπει τελικά να τερματίσουν τον «παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και να σταματήσουν την παγκόσμια προσπάθεια να κυνηγηθούν σκοτεινές τρομοκρατικές ομάδες στη Μέση Ανατολή και την Αφρική που δεν έχουν την ικανότητα να επιτεθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και πρέπει να αναρωτηθούν εάν η χώρα έχει πραγματικά αρκετό ενδιαφέρον και ικανότητα να προωθήσει την δημοκρατία σε απομακρυσμένες περιοχές με λίγη στρατηγική σημασία, όπως η Αιθιοπία και η Μιανμάρ.

Οι σύμμαχοι και οι συμμαχίες πρέπει να παραμείνουν σημαντικοί, αλλά μόνο στον βαθμό που ο πρόεδρος μπορεί να περιγράψει με σαφήνεια το πώς κάθε σχέση προάγει άμεσα τα αμερικανικά συμφέροντα και την ευημερία. Ισορροπημένες συμμαχίες στις οποίες οι σύμμαχοι συμβάλλουν στην ασφάλεια των ΗΠΑ και μάλιστα συμβάλλουν στη μείωση των αμυντικών δαπανών των ΗΠΑ με αντάλλαγμα την πολιτική υποστήριξη των ΗΠΑ θα πληρούν αυτά τα κριτήρια. Η παροχή προστασίας για αδύναμα και στρατηγικά αμφισβητήσιμα κράτη-πελάτες στα σύνορα της Κίνας ή της Ρωσίας είναι πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί.

Αυτή η μελέτη θα ενθαρρύνει τους Αμερικανούς αξιωματούχους να εστιάζουν στα θέματα εξωτερικής πολιτικής που έχουν μεγάλη σημασία για τους Αμερικανούς, κυρίως το εμπόριο, τη μετανάστευση, τα διεθνή πρότυπα τεχνολογίας, και την κλιματική αλλαγή. Αυτά από μόνα τους είναι πολύ δύσκολα και αμφιλεγόμενα ζητήματα που συνεπάγονται δύσκολες ανταλλαγές και περίπλοκη εσωτερική πολιτική. Η διοίκηση Μπάιντεν ήδη αφιερώνει πολλή ενέργεια και πόρους σε αυτά, όπως αποδεικνύεται από την φρενήρη δραστηριότητα του ειδικού απεσταλμένου Τζον Κέρι στο μέτωπο του κλίματος και τις συνεχείς προσπάθειες της κυβέρνησης για την εξάλειψη της μεταναστευτικής κρίσης στα νότια σύνορα. Ωστόσο, οι δύο πρώτες ομιλίες της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου έδωσαν πολύ λίγο χώρο σε αυτά τα θέματα σε σχέση με τα παραδοσιακά προβλήματα, όπως το Αφγανιστάν, το Ιράν και το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (ή ISIS), τα οποία είναι πολύ χαμηλότερα στην λίστα των προτεραιοτήτων του κοινού.

Φυσικά, όπως σημειώνουν συχνά οι ειδικοί της εξωτερικής πολιτικής, οι ηγέτες πρέπει να ηγούνται. Το κοινό δεν έχει πάντα (ή ακόμη και συνήθως) μια σαφή εικόνα των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του στην εξωτερική πολιτική. Αλλά κρίνοντας από τις τελευταίες δεκαετίες των συγκεχυμένων και συχνά τραγικών λαθών των ΗΠΑ στην εξωτερική πολιτική (κυρίως την καταστροφική εισβολή του 2003 στο Ιράκ), οι ειδικοί ίσως να μην είναι πολύ πιο οξυδερκείς. Το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής είναι πολύ μακράν εάν το να «οδηγεί» το κοινό απαιτεί να υπερβάλλει στις απειλές και να προτείνει σύνθετες αλυσίδες αιτιότητας για να παρουσιάζει το πώς, για παράδειγμα, μια εξτρεμιστική ομάδα στη Νιγηρία ή την Σομαλία θα μπορούσε να απειλήσει τους Αμερικανούς πατρίδα.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν περιέχει μέσα της μια ισχυρή παρόρμηση για να επανασυνδέσει την εξωτερική πολιτική με τις συγκεκριμένες ανάγκες και απαιτήσεις του αμερικανικού κοινού. Ωστόσο, επίσης ενσαρκώνει κατά καιρούς μια ισχυρότερη παρόρμηση να επιστρέψει στην παραδοσιακή προσέγγιση των Ηνωμένων Πολιτειών για την παγκόσμια ηγεσία, η οποία μπορεί να είναι δημοφιλής στην Ουάσινγκτον, αλλά δεν κάνει πολλά για να αντιμετωπίσει τις εγχώριες ανησυχίες. Προς το παρόν, η διοίκηση υιοθετεί την πολυτελή προσέγγιση να ακολουθεί και τις δύο παρορμήσεις. Πρέπει να διαλέξει.

Παλαιότερα άρθρα: