Η μέθοδος της συλλογικής ανοσίας

Διαβάστε επίσης

Η Σάρα Φόρτσουν είναι καθηγήτρια Επιδημιολογίας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας T.H. Chan του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και έχει ασχοληθεί συστηματικά με τη μελέτη της φυματίωσης, η οποία ίσως έχει κάποια κοινά στοιχεία με τον CΟVID-19, αφού π.χ. και στις δύο περιπτώσεις κάποιοι ασθενείς εμφανίζουν ελαφρά συμπτώματα, ενώ κάποιοι άλλοι αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα χωρίς σαφή εξήγηση. Η «Κ» ήταν το μοναδικό μέσο ενημέρωσης από την Ελλάδα που συνομίλησε με τη Σάρα Φόρτσουν, στο πλαίσιο παγκόσμιας τηλεδιάσκεψης.

Αντλώντας από την εμπειρία της στην αντιμετώπιση της φυματίωσης, η καθηγήτρια ανέφερε ότι σημαντικός παράγων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού είναι η αντοχή των συστημάτων υγείας, επισημαίνοντας ότι «ο κόσμος είναι τόσο ασφαλής όσο και ο πιο αδύναμος κρίκος του». Ανέφερε το παράδειγμα της Ινδίας, όπου το σύστημα υγείας έχει πολλά προβλήματα, δεν διενεργούνται τεστ και έχουν ήδη εκδηλωθεί περίπου 700 κρούσματα. Προσέθεσε ότι η Κίνα προσφέρει ένα επιτυχημένο παράδειγμα αντιμετώπισης του ιού, ωστόσο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «το τζίνι έχει βγει από το μπουκάλι» και δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι θα ισοπεδωθεί η περίφημη καμπύλη των κρουσμάτων. Ο ιός δεν θα εξαφανιστεί σύντομα.

Στην ερώτηση της «Κ» σχετικά με τις δυνατότητες της χλωροκίνης αλλά και των αντιιικών φαρμάκων να αποτελέσουν αξιόπιστη θεραπεία ή έστω εμπόδιο στην εξάπλωση του ιού, η κυρία Φόρτσουν ήταν προσεκτική, αφήνοντας ωστόσο ένα μικρό παράθυρο αισιοδοξίας. «Η απάντηση είναι ότι δεν γνωρίζω. Τα πρώτα στοιχεία αφορούν χρήση της χλωροκίνης σε πειραματικό επίπεδο. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν την αποτελεσματικότητα της ουσίας σε ευρύτερο κλινικό επίπεδο. Εχοντας πει αυτό, θα μπορούσε να προστεθεί ότι η χλωροκίνη ίσως να έχει ελαφρά αντιιική δράση, κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο στην αλυσίδα μετάδοσης ή ακόμα και να μετριάσει τη σοβαρότητα της νόσου σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο δεν αναμένεται να βελτιώσει σημαντικά την κατάσταση των βαριά αρρώστων».

Η καθηγήτρια ανέφερε ακόμη το remdesivir, το πειραματικό αντιιικό φάρμακο της εταιρείας Gilead που δοκιμάζεται αυτή την ώρα σε νοσοκομεία σε ορισμένες χώρες και το οποίο ενδέχεται να έχει θετική επίδραση.

Ωστόσο, καθιστά σαφές ότι η καλύτερη αντιμετώπιση της νόσου θα έρθει μόνο μέσα από ένα εμβόλιο, κάτι που ασφαλώς δεν είναι εύκολη υπόθεση. «Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η παρασκευή και διανομή σε όλο τον κόσμο ενός νέου εμβολίου μέσα σε 18 μήνες είναι ένας εξαιρετικά φιλόδοξος στόχος».

Οταν οι 18 μήνες μοιάζουν σαν 18 χρόνια, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι κάνουμε τώρα. Η καθηγήτρια απαντά ότι η ρεαλιστική στρατηγική είναι η διαχείριση της μετάδοσης, ενώ πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι κάθε κοινότητα μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αλλιώς μεταδίδεται ο ιός στη Νέα Υόρκη και αλλιώς στο Ντένβερ, κατ’ αναλογία αλλιώς στην Αθήνα και αλλιώς στα Τρίκαλα. Η πληθυσμιακή πυκνότητα και η «αρχιτεκτονική» των μετακινήσεων και των κοινωνικών και επαγγελματικών επαφών επηρεάζουν καθοριστικά τους διαύλους και την ταχύτητα μετάδοσης. «Το ιδανικό θα ήταν να είχαμε δεδομένα σε τέτοιο βάθος ώστε να προχωρούσαμε σε στοχευμένες παρεμβάσεις επιβολής κοινωνικής απόστασης σε τοπικό επίπεδο», λέει και προσθέτει ότι το πιθανότερο σενάριο είναι ότι ο ιός θα υποχωρήσει και θα επανέλθει κατά κύματα. «Δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά που θα έχουν τα επόμενα κύματα».

Θωράκιση και έλεγχος

Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται απαραίτητη η θωράκιση των συστημάτων υγείας με μηχανήματα οξυγόνωσης, έτσι ώστε να διασωθούν όσο γίνεται περισσότεροι
βαριά ασθενείς, ενώ παράλληλα πρέπει να εξαπλωθούν οι εξετάσεις για την ταυτοποίηση των φορέων. Η γνώση ότι είναι κάποιος φορέας επιβάλλει συμπεριφορές αυτοελέγχου και απομόνωσης, που περιορίζουν δραστικά τη μετάδοση στην υπόλοιπη κοινότητα. Σύντομα, η πολιτεία της Μασαχουσέτης θα έχει τη δυνατότητα να διενεργεί 10.000 τεστ ημερησίως, αριθμός όχι συγκλονιστικός, αλλά μάλλον παρήγορος, αν σκεφτεί κανείς πως μέχρι προ ολίγων ημερών ο ημερήσιος αριθμός των τεστ στην πολιτεία αυτή ήταν μόλις 250.

Επειτα από όλα αυτά, υπάρχει μια ρεαλιστική στρατηγική η οποία μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική και έχει προκύψει από μια πρόσφατη μελέτη που εκπονήθηκε από τη Σχολή T.H. Chan, στο Χάρβαρντ. Με βάση τη μελέτη αυτή, αφού αντιμετωπιστεί το σημερινό πρώτο κύμα και αποδειχθεί η ανθεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα των συστημάτων υγείας, η σωστή επιλογή θα είναι να μειώσουν οι κυβερνήσεις την αυστηρότητα της κοινωνικής απόστασης σε μέτρια επίπεδα (moderate social distancing) και να επιτρέψουν στον ιό να προχωρήσει αργά και ελεγχόμενα μέσα στην κοινότητα.

Ο πολιτισμός, η οικονομική και κοινωνική ζωή θα πρέπει να επανέλθουν, εφόσον ασφαλώς είμαστε έτοιμοι να διαχειριστούμε αποτελεσματικά τις πιο σοβαρές περιπτώσεις. Παράλληλα, η αργή και ελεγχόμενη διείσδυση του ιού στην κοινωνία είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη «ανοσίας της αγέλης», αφού όλο και περισσότεροι άνθρωποι –δηλαδή όσοι εμφανίζουν καθόλου ή ήπια συμπτώματα και αποτελούν την πλειονότητα – θα αναπτύσσουν αντισώματα απέναντι στον COVID-19. Η ανάπτυξη συλλογικής ανοσίας είναι προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας ασπίδας προστασίας απέναντι στα επόμενα κύματα της πανδημίας, την ίδια ώρα που η προσεκτική αποκατάσταση των ρυθμών ζωής θα μας προστατεύσει από τη δυστοπία και τις καταστροφικές συνέπειες μιας επ’ αόριστον ακραίας κοινωνικής απομόνωσης.

Πηγή: kathimerini.gr

Παλαιότερα άρθρα: