New Yorker – Henry Kissinger: Σήμερα γίνεται 97 – Ο «μύθος» του γερακιού της εξωτερικής πολιτικής

Διαβάστε επίσης

Το 1952, σε ηλικία είκοσι οκτώ, ο Χένρι Κίσινγκερ έκανε ότι κάνουν οι μεταπτυχιακοί φοιτητές όταν θέλουν να επενδύσουν στο ακαδημαϊκό τους μέλλον: ξεκίνησε ένα περιοδικό. Όπως και η άλλη πρώιμη παραγωγή του, το Harvard International Seminar, ένα καλοκαιρινό πρόγραμμα που καλούσε συμμετέχοντες από όλο τον κόσμο – ο Κίσινγκερ προσφέρθηκε εθελοντικά να κατασκοπεύσει τους συμμετέχοντες στο FBI – το περιοδικό άνοιξε κανάλια γι ‘αυτόν όχι μόνο με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στην Ουάσινγκτον αλλά και με μία παλιότερη γενιά Γερμανών Εβραίων στοχαστών, δίπλα στους οποίους ο Κίσινγκερ έμαθε ακόμα περισσότερα πράγματα.

Για περισσότερα από εξήντα χρόνια, το όνομα του Χένρι Κίσινγκερ είναι συνώνυμο με το δόγμα της εξωτερικής πολιτικής που ονομάζεται «ρεαλισμός». Στην εποχή του ως σύμβουλος εθνικής ασφάλειας και υπουργός Εξωτερικών του Προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, η προθυμία του να μιλήσει ειλικρινά για την επιδίωξη της εξουσίας των ΗΠΑ σε έναν χαοτικό κόσμο του έφερε τόσο αναγνώριση όσο και φήμη.

Σίγουρα ο τρόπος που χειριζόταν τα πράγματα προκαλούσε αντιδράσεις, αλλά ο Κίσινγκερ, πλησιάζοντας τώρα στα ενενηκοστά έβδομα γενέθλιά του, δεν εμπνέει πλέον τόσο διαδεδομένο μίσος. Καθώς οι πρώην επικριτές στράφηκαν προς το πολιτικό κέντρο και ανέβηκαν στην εξουσία, τα πάθη ψύχθηκαν. Ο Kissinger έχει αποδειχθεί γόνιμο έδαφος για ιστορικούς και εκδότες. Υπάρχουν ψυχαναλυτικές μελέτες, μαρτυρίες από πρώην φίλες, περιλήψεις των αποσπάσεών του και επιχειρηματικά βιβλία σχετικά με τις διαπραγματεύσεις του.

Ο Κίσινγκερ καλείται μερικές φορές ως ο αμερικανός Metternich, ο οποίος ήταν αυστριακός πολιτικός που σφυρηλάτησε την μετα-Ναπολέοντα ειρήνη. Ο Κίσινγκερ είναι δύσκολο να τοποθετηθεί ανάμεσα στους στοχαστές εξωτερικής πολιτικής της εποχής του. Ανήκει με τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς και λαμπρούς στρατηγιστές της Αμερικής, όπως ο Τζορτζ Κένναν και ο Νίκολας Σπαικμαν; Συνήθως, κατηγοριοποιείται με λιγότερο «αμυντικούς διανοούμενους», όπως οι Hans Speier και Albert Wohlstetter. Αυτοί οι άντρες μετακινήθηκαν με ρευστότητα ανάμεσα σε αίθουσες διαλέξεων και εργαστήρια της rand Corporation, όπου διαμαρτύρονταν για διαδηλώσεις φοιτητών και έδωσαν ανησυχητικές παρουσιάσεις σχετικά με την πυρηνική αποκάλυψη.

Πιο κοντά στην άποψη του Κίσινγκερ ήταν ο Hans Morgenthau, ο πατέρας του σύγχρονου ρεαλισμού της εξωτερικής πολιτικής. Οι δύο τους συναντήθηκαν στο Χάρβαρντ και διατήρησαν μια επαγγελματική φιλία που πέρασε από πολλές φάσεις μέσα στις δεκαετίες.

Το who is who

Ο Κίσινγκερ γεννήθηκε στη Γερμανία ως Χάιντς Άλφρεντ Κίσινγκερ (Heinz Alfred Kissinger) από Γερμανοεβραίους γονείς. Ο πατέρας του Λούις Κίσσινγκερ (αγγλ. Louis Kissinger, 1887-1982) ήταν δάσκαλος και η μητέρα του Πάουλα (Στερν) Κίσσινγκερ (1901-1998) νοικοκυρά. Σε νεαρή ηλικία, αγαπημένη του ασχολία ήταν το ποδόσφαιρο και μάλιστα υπήρξε παίκτης του νεανικού τμήματος της ποδοσφαιρικής ομάδας «Γκρόιτερ Φιρτ», μίας απ’ τις καλύτερες τότε ομάδες της Γερμανίας.

Μαζί με τους γονείς του, το 1938 διέφυγαν ΗΠΑ, στην Νέα Υόρκη υπό την απειλή του ναζιστικού καθεστώτος. Εκεί φοίτησε στο Λύκειο Τζωρτζ Ουάσινγκτον, όπου μετά τον πρώτο χρόνο παρακολουθούσε νυκτερινά μαθήματα, ενώ την ημέρα εργαζόταν σε εργοστάσιο. Κατόπιν, σπούδασε λογιστικά στο Σίτυ Κόλλετζ Νέας Υόρκης, συνεχίζοντας παράλληλα να εργάζεται.

Το 1943 οι σπουδές του διακόπηκαν, όταν κλήθηκε να υπηρετήσει στον Αμερικανικό Στρατό. Κατά την ακόλουθη περίοδο συμμετείχε σε επιχειρήσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ των οποίων σε αποστολή στο Κρέφελντ και Ανόβερο της Γερμανίας. Μετά τον πόλεμο συνέχισε τις σπουδές του σε μεταπτυχιακό και διδακτορικό επίπεδο. Έλαβε διδακτορικό δίπλωμα Πολιτικών Επιστημών από το Χάρβαρντ το 1954: η διατριβή του είχε τίτλο «A World Restored: Metternich, Castlereagh and the Problems of Peace 1812-1822».

Το θέμα της διατριβής του -οι διασκέψεις και τα συνέδρια που οδήγησαν στην σχεδίαση και κατοχύρωση του νέου διεθνούς συστήματος μετά την ήττα του Ναπολέοντα- προκάλεσε μεγάλη εντύπωση καθώς εκείνη την εποχή (απόγειο του Ψυχρού Πολέμου) όλοι σχεδόν οι Αμερικανοί πολιτικοί επιστήμονες ασχολούνταν με θέματα όπως ο κομμουνισμός, τα πυρηνικά όπλα, οι τεχνικές ανταρτοπολέμου κτλ.

Το 1957, με την έκδοση του βιβλίου «Nuclear Weapons and Foreign Policy»[2] έγινε για πρώτη φορά γνωστός ως αξιόπιστος σχολιαστής σε θέματα διεθνών σχέσεων. Ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα στο Χάρβαρντ, αλλά παράλληλα συμμετείχε σε διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες και επιτροπές που αφορούσαν την εξωτερική πολιτική και ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μετά το 1969, ο Κίσινγκερ ήταν υπεύθυνος για το «άνοιγμα» των διπλωματικών σχέσεων των ΗΠΑ με την κομμουνιστική Κίνα του Μάο Τσε Τουνγκ και την ύφεση (détente) της ψυχροπολεμικής ρητορικής και έντασης με τη Σοβιετική Ένωση του Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Ως αποτέλεσμα των επαφών του με τον Κινέζο πρωθυπουργό Τσου Ενλάι, συμφωνήθηκε μία ενιαία αμερικανοκινεζική αντισοβιετική στρατηγική στα πλαίσια κοινών κρατικών συμφερόντων. Ο Κίσινγκερ υποστήριξε ότι αυτή η συμφωνία αποτελεί απόδειξη της υπεροχής των συμφερόντων έναντι της ιδεολογίας στην χάραξη διεθνούς πολιτικής. Λόγω δε της συμβολής του στην κατάπαυση του πυρός και την απόσυρση των ΗΠΑ από το Βιετνάμ, του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης 1973 –αν και η κατάπαυση πυρός δεν είχε τελικά διάρκεια.

Ταυτόχρονα, όμως, υπό την καθοδήγησή του η αμερικανική κυβέρνηση στήριξε αποφασιστικά διάφορα αυταρχικά καθεστώτα, μεταξύ των οποίων η ελληνική Χούντα των Συνταγματαρχών και η χούντα του στρατηγού Αουγούστο Πινοσέτ στη Χιλή.

Πολυγραφότατος, ο Κίσινγκερ είναι από τους πιο γνωστούς υποστηρικτές της σχολής του ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις, η οποία υποστηρίζει ότι η εξωτερική πολιτική ενός κράτους πρέπει να χαράσσεται με αποκλειστικό γνώμονα το εθνικό συμφέρον, αγνοώντας παράγοντες όπως οι ηθικο-φιλοσοφικές πεποιθήσεις της εκάστοτε κυβέρνησης ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι, έχει γίνει στόχος έντονης κριτικής από αριστερούς λόγω της υποστήριξής του προς δικτατορικά καθεστώτα εφόσον αυτά εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ΗΠΑ, αλλά και από νεοσυντηρητικούς, τις προσπάθειες των οποίων για «ανθρώπινα δικαιώματα» και «παγκόσμια εξάπλωση της δημοκρατίας» ο Κίσινγκερ αντιμετωπίζει ως επικίνδυνες αφέλειες που φανερώνουν άγνοια για το πως λειτουργεί ο κόσμος.

New Yorker: The Myth of Henry Kissinger
Απόδοση: Γιάννης Κουτρουμπής

Παλαιότερα άρθρα: