Foreign Αffairs: Ο μετανοημένος Πάπας

Διαβάστε επίσης

Ο Φραγκίσκος επιζητά συγχώρεση για την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ

Ο πάπας Φραγκίσκος ήταν αποφασισμένος να ταξιδέψει στο Ιράκ αυτόν τον μήνα παρά τους κινδύνους ασφαλείας και την πρόσφατη αύξηση των κρουσμάτων COVID-19 στην χώρα. Όταν ορισμένοι σύμβουλοι πρότειναν να το ακυρώσει, ο Ποντίφικας απείλησε να πετάξει με κανονική πτήση. Κατά την διάρκεια τριών ημερών, ο Φραγκίσκος επισκέφθηκε αξιωματούχους στην Βαγδάτη, προσευχήθηκε με Ιρακινούς θρησκευτικούς ηγέτες στην αρχαία πόλη Ουρ στα νότια της χώρας, είχε μια ακρόαση με τον Σιίτη ηγέτη Μεγάλο Αγιατολάχ Αλί αλ-Σιστανί στη Νατζάφ, και πρόσφερε μια θεία λειτουργία για 10.000 άτομα στο ιρακινό Κουρδιστάν στον βορρά (όπου ζουν πολλοί από τους εναπομείναντες Χριστιανούς του Ιράκ).

Ένα σημαντικό θέμα της επίσκεψης ήταν η θλίψη του Φραγκίσκου για τα δεινά των Ιρακινών Χριστιανών, που αριθμούσαν περίπου 1,5 εκατομμύρια το 2003 και τώρα είναι λιγότεροι από 300.000. Οι Χριστιανοί ζούσαν στο Ιράκ για πολύ περισσότερο από όσο είχαν ζήσει στη Δυτική Ευρώπη, αλλά η κοινότητα γνώρισε απανωτές βίαιες αναταραχές μετά την εισβολή των ΗΠΑ το 2003. Η βία (συμπεριλαμβανομένων των βομβαρδισμών εκκλησιών και των απαγωγών για λύτρα) οδήγησε πολλούς Χριστιανούς έξω από την χώρα την εποχή που το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος, ή ISIS, εμφανίστηκε το 2014. Η μαχητική ομάδα στόχευσε περαιτέρω τις θρησκευτικές μειονότητες κατά την διάρκεια της σύντομης κυριαρχίας της σε τμήματα του βόρειου Ιράκ. Πολλοί Ιρακινοί Χριστιανοί αισθάνονται εγκαταλειμμένοι από την κυβέρνησή τους μετά από αυτές τις καταστροφές.

Αλλά επιλέγοντας την χώρα της Μέσης Ανατολής για το πρώτο του ταξίδι έξω από την Ιταλία από την αρχή της πανδημίας, ο πάπας είχε επίσης μια πιο καθολική αποστολή στο μυαλό του. Ο Καρδινάλιος Louis Sako, ο πατριάρχης της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας με έδρα την Βαγδάτη, εξήγησε ότι ο Φραγκίσκος «επέμενε» για το ταξίδι γιατί «αισθάνεται τον πόνο των ανθρώπων που υποφέρουν» -μια αναφορά προς όλους τους Ιρακινούς, όχι μόνο στους Χριστιανούς. Και όπως με όλες τις πράξεις της παπικής διπλωματίας, το ταξίδι του πάπα στο Ιράκ ήταν γεμάτο συμβολισμούς. Ο Φραγκίσκος υπογράμμισε εδώ και καιρό την σημασία του διαθρησκευτικού διαλόγου μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Η συνάντησή του με τον εξαιρετικής επιρροής [αγιατολάχ] Σιστανί υποδηλώνει αυτήν την προσέγγιση της ευγένειας και της κατανόησης, καθώς και την πεποίθηση του Φραγκίσκου ότι ο παπισμός, ο οποίος ξεκίνησε την Πρώτη Σταυροφορία εναντίον των Αγίων Τόπων πριν από μια χιλιετία περίπου, πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να γεφυρώσει τις διαφορές.

Ο Φραγκίσκος ταξίδεψε στο Ιράκ την εποχή της Σαρακοστής όχι μόνο ως πάστορας αλλά και ως μετανοημένος. Το ταξίδι του ήταν μια πράξη μεταμέλειας –την πιο δημόσια και ισχυρή από έναν Δυτικό ηγέτη μέχρι τώρα- για την εισβολή του 2003 στο Ιράκ και όλη την αιματοχυσία και την αστάθεια που αυτή εξαπέλυσε.

ΑΔΕΛΦΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Ενώ ήταν απομονωμένος στο Βατικανό κατά την διάρκεια της πανδημίας, ο Φραγκίσκος έγραψε το Fratelli Tutti ή «Όλοι Αδελφοί», μια ευρεία εγκύκλιο σχετικά με το πώς ο διάλογος μπορεί να προωθήσει την ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών. Ανοίγει με την ιστορία του Φραγκίσκου της Ασίζης, του αγίου που, το 1219, ταξίδεψε στην Αίγυπτο κατά την διάρκεια της πυρκαγιάς της Πέμπτης Σταυροφορίας για να κατανοήσει καλύτερα τον Μουσουλμάνο ηγέτη της περιοχής, Sultan Malik al-Kamil. Ο πάπας πήρε το όνομά του από τον μεσαιωνικό άγιο και αναμφίβολα θυμάται αυτό το ταξίδι όταν έκανε τα δικά του ταξίδια στη Μέση Ανατολή.

Φυσικά, ο Φραγκίσκος δεν έχει καμία επιθυμία να επαναλάβει τις ζηλωτικές εχθροπραξίες εκείνης της εποχής. Έχει δώσει προτεραιότητα στις χριστιανο-μουσουλμανικές σχέσεις στα υψηλότερα επίπεδα, με στόχο να υπονομεύσει τη μηδενιστική άποψη ότι η Χριστιανοσύνη και το Ισλάμ είναι κλειδωμένα σε μια αρχέγονη «σύγκρουση πολιτισμών». Δεν υπάρχει συγκρίσιμος θεσμός με τον παπισμό στο Ισλάμ, αλλά ορισμένοι θρησκευτικοί ηγέτες απολαμβάνουν υψηλό κύρος. Ο πάπας έχει αναπτύξει μια φιλία με τον Sheikh Ahmad al-Tayyeb, τον μεγάλο ιμάμη του τζαμιού al Azhar στο Κάιρο και ηγετική προσωπικότητα του σουνιτικού Ισλάμ. Οι δύο άνδρες υπέγραψαν κοινή δήλωση στο Αμπού Ντάμπι το 2019 με την οποία δεσμεύτηκαν σε μια «κουλτούρα αμοιβαίου σεβασμού» και χαρακτήρισαν την βία στο όνομα της θρησκείας ως μια κατάχρηση του ονόματος του Θεού. Αυτή η δήλωση σηματοδότησε επίσης την ειρήνευση. Ο Ταγίμπ ήταν σε σύγκρουση με την Αγία Έδρα κατά την διάρκεια της θητείας του προκάτοχου του Φραγκίσκου, Βενέδικτου, όταν ο ιμάμης ισχυρίστηκε ότι τα σχόλια του πρώην πάπα το 2011 σχετικά με την τρομοκρατική βία έκαναν τα βάσανα των Μουσουλμάνων να φαίνονται ελάχιστα. Από την εκλογή του το 2013, ο Φραγκίσκος έθεσε ως προτεραιότητα τις καλές σχέσεις μεταξύ του Βατικανού και al Azhar.

Η συνάντησή του τον Μάρτιο με τον συνήθως μοναχικό και υπέργηρο Σιστανί συνέχισε αυτήν την πρακτική της εμβάθυνσης των δεσμών με ισχυρούς Μουσουλμάνους ηγέτες. Από την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003, κανένας θρησκευτικός ηγέτης δεν έχει επιδείξει καλύτερα τα ιδανικά του Φραγκίσκου από όσο ο Σιστανί, ο οποίος κατέχει μεγάλο κύρος στους Σιίτες στο Ιράκ, το Ιράν και όχι μόνο. Ο Σιστανί επιδίωξε να καθοδηγήσει τους Ιρακινούς σε βασικά σημεία στο μετα-Σαντάμ Ιράκ: έδωσε οδηγίες σε όλους, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών, να συμμετάσχουν στις δημοκρατικές εκλογές το 2005 ως «θρησκευτικό καθήκον», εμπνέοντας τη μαζική συμμετοχή εξέδωσε έναν φετφά για να συσπειρώσει τους Ιρακινούς ενάντια στο ISIS το 2014, συμβάλλοντας σε μια επιτυχημένη αντεπίθεση˙ και ανέτρεψε μια κυβέρνηση που θεωρείτο ιδιαίτερα κοντά στην Τεχεράνη το 2019, συμπαρατασσόμενος με τις διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς στους δρόμους. Ο Σιστανί καλεί σπάνια δημόσιες προσωπικότητες να τον δουν˙ αρνήθηκε ακροάσεις με Αμερικανούς αξιωματούχους από την εισβολή του 2003. Ο Σάκο, ο καρδινάλιος των Χαλδαίων, εξασφάλισε μια πρόσκληση για τον Φραγκίσκο, και αυτή η υπόσχεση για συνάντηση έγινε ένα σημαντικό κίνητρο για το ταξίδι του πάπα στο Ιράκ.

Περνώντας από το δρομάκι που οδηγεί στο μικρό, νοικιασμένο σπίτι του Σιστανί, ο Φραγκίσκος σίγουρα έμοιαζε με αποφασιστικό προσκυνητή. Η Καθολική Εκκλησία έχει έναν μακροχρόνιο διάλογο [2] με το ιρανικό σιιτικό θρησκευτικό κατεστημένο που εδρεύει στην πόλη Qom του Ιράν, αλλά η Najaf στο Ιράκ είναι στην πραγματικότητα το πιο ιερό και ισχυρό σιιτικό κέντρο. Η άποψή του για τον διαχωρισμό του τζαμιού από το κράτος μοιάζει περισσότερο με την καθολική θεολογία από όσο με το θεοκρατικό μοντέλο του Ιράν. Ο Φραγκίσκος ευχαρίστησε τον Sistani για την βοήθειά του στην προστασία των Χριστιανών στο Ιράκ. Ο Σιστανί επέμεινε ότι οι Ιρακινοί Χριστιανοί είναι πολίτες με «πλήρη συνταγματικά δικαιώματα». Η δήλωση του Sistani μετά την συνάντησή τους έδειξε πόσο στενά ευθυγραμμίζονται αυτές οι δύο ηθικές αρχές για την απόρριψη της βίας και την «ρητορική του πολέμου» υπέρ της εστίασης στην φτώχεια, την κοινωνική δικαιοσύνη, και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Καθώς χώρισαν, ο λεπτός Μεγάλος Αγιατολάχ (marja) με τα μαύρα και ο ποντίφικας με τα λευκά πήραν ο ένας το χέρι του άλλου. Μέσω αυτής της συνάντησης, ο Φραγκίσκος επιδίωξε να προσφέρει μια αγκαλιά στον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο.

ΕΠΙΖΗΤΩΝΤΑΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ

Η εγκάρδια συνάντηση δύο μεγάλων θρησκευτικών ηγετών έδειξε στους οπαδούς τους την σημασία της αμοιβαίας κατανόησης και της ανοχής. Αλλά για τον Φραγκίσκο, το ταξίδι στο Ιράκ ήταν επίσης το μέσο για να υπηρετήσει αυτό που θεωρεί ως ηθικό χρέος. Η υποβάθμιση, η ταπείνωση και το τραύμα που έχουν βιώσει οι Ιρακινοί τις τελευταίες δεκαετίες απαιτούν παρηγοριά. Κατά την διάρκεια της Σαρακοστής, μια περίοδο αυταπάρνησης και ενδοσκόπησης για τους Χριστιανούς, ο Πάπας ταξίδεψε, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, ως «μετανοημένος προσκυνητής», ζητώντας συγχώρεση για τις αμαρτίες εκείνων που έφεραν καταστροφή στο Ιράκ.

Το Βατικανό αντιτάχθηκε στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003. Είναι γνωστό ότι ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ έστειλε μια προσωπική αντιπροσωπεία για να παρακαλέσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, George W. Bush, να ακυρώσει την επίθεση. Αξιωματούχοι του Βατικανού προειδοποίησαν τον πρόεδρο ότι η στρατιωτική δράση θα εξαπολύσει τον εξτρεμισμό, την αστάθεια, και θα καταστήσει τις χριστιανικές κοινότητες αποδιοπομπαίους τράγους. Η κυβέρνηση Μπους δεν έλαβε υπόψη αυτή την συμβουλή, ακόμη και καθώς επιδίωκε θρησκευτική επιδοκιμασία για την εισβολή.

Τον Νοέμβριο του 2002, τέσσερις μήνες πριν από την Επιχείρηση Iraqi Freedom, ο τότε υπουργός Άμυνας, Donald Rumsfeld, και ο αναπληρωτής του, Paul Wolfowitz, έδωσαν στους Χριστιανούς ηγέτες μια προεπισκόπηση των σχεδίων τους. Κάλεσαν μια σειρά από θρησκευτικές προσωπικότητες στο Πεντάγωνο για αυτό που υποτίθεται ότι ήταν μυστική ενημέρωση για το Αφγανιστάν. Ήταν μια ασυνήθιστη περίσταση, μέρος των ευρύτερων προσπαθειών της κυβέρνησης Μπους να συναθροίσει θρησκευτικούς ηγέτες σε πολιτικούς σκοπούς. Μεταξύ των κληρικών που κλήθηκαν ήταν ο Επισκοπικός επίσκοπος John Chane, ο οποίος ηγείτο του Εθνικού Καθεδρικού Ναού της Ουάσιγκτον εκείνη την εποχή. Όταν εμφανίστηκε ο Ράμσφελντ, σύντομα έγινε σαφές ότι η ενημέρωση δεν αφορούσε το Αφγανιστάν αλλά το σχέδιο της κυβέρνησης να εισβάλει στο Ιράκ. Ο Ράμσφελντ έδωσε στους θρησκευτικούς ηγέτες μια επισκόπηση του τρόπου διεξαγωγής της επιχείρησης, επιμένοντας ότι οι εντατικοί βομβαρδισμοί ακριβείας δεν θα οδηγούσαν σε μεγάλες απώλειες αμάχων και ότι τα στρατεύματα των ΗΠΑ θα γίνουν δεκτά ως απελευθερωτές. Ο υπουργός Άμυνας ισχυρίστηκε ότι η εισβολή θα θέσει σε κίνηση τον εκδημοκρατισμό της περιοχής και θα δημιουργήσει μόνιμη σταθερότητα. «Έφυγα από αυτήν την συνάντηση γνωρίζοντας ότι η απόφαση είχε εν πολλοίς ληφθεί», μου είπε ο Chane. Ήταν τρομαγμένος. Άλλοι ήταν σιωπηλοί, συμπεριλαμβανομένου ενός Καθολικού καρδινάλιου από την Βαλτιμόρη, και μερικοί, όπως ο ευαγγελικός ηγέτης Chuck Colson, ήταν ενθουσιώδεις. Ο Φραγκίσκος γνωρίζει καλά ότι Δυτικοί πολιτικοί προσπάθησαν να στρατολογήσουν θρησκευτικούς ηγέτες για να βοηθήσουν στον εξορθολογισμό του πολέμου, ειδικά στην περίπτωση του Ιράκ, μια συνεργασία που αποκαλεί «σοβαρή αμαρτία της υποκρισίας».

Η εισβολή δεν είχε τα αποτελέσματα που υποσχέθηκε ο Ράμσφελντ. Ακολούθησε σεχταριστική αιματοχυσία, και η αστάθεια οδήγησε στην άνοδο ενός αριθμού μαχητικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένου του ISIS. Το Ιράκ εξακολουθεί να μαστίζεται από βία και τρομοκρατία. Υπό αυτό το πρίσμα, το ταξίδι του πάπα στο Ιράκ ήταν κάτι περισσότερο από επίσκεψη ενός καθολικού πνευματικού ηγέτη σε μια κυρίως μουσουλμανική χώρα: το προσκύνημα του Φραγκίσκου ήταν μια συμβολική πράξη μεταμέλειας για αυτό που παραμένει μια από τις πιο αποσταθεροποιητικές, καταστροφικές στρατιωτικές περιπέτειες του εικοστού πρώτου αιώνα.

Μιλώντας σε αξιωματούχους και διπλωμάτες την πρώτη ημέρα της επίσκεψής του, ο ποντίφικας εξέφρασε την λύπη του για τον «θάνατο, την καταστροφή και την ερείπωση» που υπέστη στο Ιράκ για σχεδόν 20 χρόνια. Εξήγησε ότι ήρθε «ως μετανοημένος, ζητώντας συγχώρεση από τον ουρανό και τους αδελφούς και τις αδελφές μου». Αν και δεν κατηγόρησε ρητώς άλλες χώρες ή δυνάμεις κατονομάζοντάς τις, χαρακτήρισε τους ένοχους ως «εκείνα τα εξωτερικά συμφέροντα που δεν ενδιαφέρονται για τον τοπικό πληθυσμό». Στην εγκύκλιο Fratelli Tutti, είναι πιο άμεσος, επισημαίνοντας το πώς οι γεωπολιτικές υπερδυνάμεις και τα διακρατικά οικονομικά συμφέροντα λειτουργούν για να «διαιρέσουν και να κατακτήσουν» αδύναμα, φτωχότερα μέρη του κόσμου, αδιαφορώντας για τον τοπικό πολιτισμό, την πίστη ή τις αξίες. Και πέρυσι στο Μπάρι της Ιταλίας, σε μια συγκέντρωση επισκόπων που συζητούσαν για τη Μέση Ανατολή, ο Φραγκίσκος θρήνησε για την βαρβαρότητα και την τρομερή σπατάλη του πολέμου. «Ο πόλεμος, με το να κατανέμει πόρους για την απόκτηση όπλων και στρατιωτικής δύναμης, εκτρέπει αυτούς τους πόρους από ζωτικές κοινωνικές ανάγκες, όπως η υποστήριξη των οικογενειών, η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση», είπε. «Είναι τρέλα. Είναι τρέλα να καταστρέφουμε σπίτια, γέφυρες, εργοστάσια και νοσοκομεία, να σκοτώνουμε ανθρώπους και να καταστρέφουμε πόρους, αντί να δημιουργούμε ανθρώπινες και οικονομικές σχέσεις. Είναι ένα είδος ανοησίας μπροστά στο οποίο δεν μπορούμε να παραιτηθούμε: ο πόλεμος δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί φυσιολογικός».

Σε αυτό το πνεύμα, ο Φραγκίσκος συγκάλεσε μια διαθρησκευτική λειτουργία για προσευχή στις 6 Μαρτίου κοντά στον εντυπωσιακό -στο χρώμα της ώχρας- πύργο [ζιγκουράτ] της Ουρ. Ο τόπος -η βιβλική γενέτειρα του Αβραάμ, του πατέρα των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών- υποδηλώνει μια κοινή κουλτούρα που ξεπερνά τους σύγχρονους ανταγωνισμούς και ήταν ένα κατάλληλο μέρος για να ζητήσει την ενότητα μεταξύ πιστών διαφορετικών θρησκειών: «Η εχθρότητα, ο εξτρεμισμός και η βία δεν είναι γεννημένοι από μια θρησκευόμενη καρδιά: είναι προδοσίες της θρησκείας », είπε ο Φραγκίσκος.

Το 1985, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ ζήτησε συγχώρεση για την αποικιακή πρακτική της δουλείας στον Νέο Κόσμο και για το διατλαντικό εμπόριο σκλάβων. Σήμερα, ο πάπας Φραγκίσκος επιδιώκει να εφαρμόσει το μυστήριο της συμφιλίωσης (sacrament of reconciliation) όχι στις ιστορικές παραβάσεις αλλά στα σύγχρονα προβλήματα, από την απόρριψη των προσφύγων σε περιοχές της Ευρώπης έως την κληρονομιά της Δυτικής παρέμβασης στη Μέση Ανατολή. Ταξίδεψε στο Ιράκ όχι μόνο για να ενθαρρύνει τον λαό της χώρας να απορρίψει το μίσος και να ενωθεί πέραν των θρησκευτικών διαφορών, αλλά για να του δώσει την απλή αλλά ισχυρή πράξη της αναγνώρισης, παραδεχόμενος τα αδικήματα που διαπράχθηκαν εναντίον τους.

Πηγή: https://www.foreignaffairs.com/articles/iran/2021-03-12/penitent-pope

Παλαιότερα άρθρα: