Οι Γερμανοί δέχονται ως βάσιμες τις ελληνικές απαιτήσεις για πολεμικές αποζημιώσεις, αλλά αρνούνται να πληρώσουν

Διαβάστε επίσης

Ημερίδα της ΚΟ των Πρασίνων οργανώθηκε στη γερμανική βουλή με αντικείμενο τις ελληνικές διεκδικήσεις που προκύπτουν από την κατοχή. Αν και βάσιμες, οι αξιώσεις αυτές δεν μπορούν να διεκδικηθούν νομικά.

Η γερμανική κατοχή στην Ελλάδα και οι ελληνικές διεκδικήσεις για αποζημιώσεις και επανορθώσεις ήταν τα θέματα που απασχόλησαν ημερίδα της ΚΟ των Πρασίνων που πραγματοποιήθηκε στους χώρους της γερμανικής βουλής στο Βερολίνο. Ήταν η δεύτερη εκδήλωση μέσα σε λίγους μήνες με σχετική θεματολογία στη βουλή. Ανάλογη ημερίδα είχε διοργανώσει το Νοέμβριο η ΚΟ του κόμματος Η Αριστερά.

Οι ομιλητές στην εκδήλωση των Πρασίνων αναφέρθηκαν κυρίως σε θέματα όπως τη βασιμότητα των ελληνικών διεκδικήσεων και στο κατά πόσο μπορούν να ικανοποιηθούν, στη γερμανική στάση μετά τον πόλεμο και στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί το όλο ζήτημα.

Αφορμή για τη διοργάνωση της ημερίδας ήταν σύμφωνα με την Λίζα Μπαντούμ η αρνητική απάντηση που έδωσε η γερμανική κυβέρνηση στην ελληνική ρηματική διακοίνωση του περασμένου χρόνου, όπου διατυπώνονταν το αίτημα για έναρξη διαπραγματεύσεων σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις και τις επανορθώσεις. Το θέμα δεν έχει κλείσει, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση, αλλά παραμένει ανοιχτό, προπαντός επειδή αφορά τις σχέσεις των δύο λαών, τόνισε στην ομιλία της η βουλευτής των Πρασίνων που είχε αναλάβει την πρωτοβουλία της διοργάνωσης της εκδήλωσης, την οποία παρακολούθησαν 200 περίπου άτομα.

Η βασιμότητα των ελληνικών διεκδικήσεων

Ειδικοί εισηγητές της ημερίδας ήταν το στέλεχος της Επιστημονικής Υπηρεσίας της γερμανικής βουλής Ματίας Ρόις και ο διπλωμάτης Άρης Ραδιόπουλος ο οποίος πρόσφατα δημοσίευσε ογκώδη τόμο με ντοκουμέντα από το Αρχείο του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών («Η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα», εκδ. Νεφέλη). Στις παρουσιάσεις τους περιέγραψαν τους ελληνικούς χειρισμούς στο θέμα των διεκδικήσεων και τις γερμανικές αντιδράσεις από το 1945 και μετά. Εκφράζοντας και οι δύο τις προσωπικές τους απόψεις κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, ότι πράγματι οι ελληνικές αξιώσεις εξακολουθούν να είναι ενεργές και εκκρεμείς.

Βασικό επιχείρημα των μεταπολεμικών κυβερνήσεων στο Βερολίνο είναι ότι με τη «Συνθήκη για την τελική ρύθμιση όσον αφορά τη Γερμανία» (Συνθήκη 2+4) του 1990 ανάμεσα στα τότε δύο γερμανικά κράτη και ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση, Γαλλία και Μ. Βρετανία το θέμα των αποζημιώσεων δεν υφίσταται πλέον. Ο Ματίας Ρόις δεν συμμερίζεται αυτή την άποψη για κυρίως δύο λόγους: Πρώτον, η Ελλάδα δεν αποτέλεσε μέρος της «Συνθήκης 2+4» και συνεπώς, βάσει της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο Συνθηκών, οι όποιες προβλέψεις που ενδεχομένως είναι εις βάρος της, δεν έχουν ισχύ. Δεύτερον, στη «Συνθήκη 2+4» δεν γίνεται αναφορά σε αποζημιώσεις. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με τον Ματίας Ρόις και τον Άρη Ραδιόπουλο, για την «Χάρτα των Παρισίων για μια νέα Ευρώπη» (επίσης του 1990) με την οποία 32 ευρωπαϊκά κράτη, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς αναγνωρίζουν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και της διαίρεσης της Ευρώπης, την οποία υπέγραψε και η Ελλάδα. Ναι μεν η Χάρτα χαιρετίζει τη «Συμφωνία 2+4» αλλά δεν κάνει καμία αναφορά στο θέμα των επανορθώσεων και αποζημιώσεων.

Αναγκαιότητα διαλόγου

Παρ’ ότι όμως η Ελλάδα έχει το δίκαιο με το μέρος της ο γερμανός ειδήμονας εκτιμά ότι η Αθήνα δεν έχει καμία δυνατότητα να διεκδικήσει τις αξιώσεις της δια της νομικής οδού – ούτε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και ούτε σε εθνικά δικαστήρια. Επομένως, η λύση θα πρέπει να είναι πολιτική. Η άρνηση των γερμανικών κυβερνήσεων να μπουν σε διάλογο με την ελληνική πλευρά δεν πρόκειται να οδηγήσει πουθενά. Όσο δεν αντιμετωπίζουν το θέμα θα το βρίσκουν μπροστά τους, επισήμανε ο Τόμας Ρόις

Την αναγκαιότητα της έναρξης συνομιλιών Αθηνών-Βερολίνου για τις ελληνικές διεκδικήσεις τόνισαν και άλλοι εισηγητές. Αυτό το διάλογο δεν μπορούν όμως να τον υποκαταστήσουν ούτε η λειτουργία του «Ελληνογερμανικού Ταμείου για το Μέλλον» του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών για την έρευνα και ούτε το υπό ίδρυση «Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας», προειδοποίησε ο Μπάμπης Καρπουχτσής. Θα ήταν λάθος να συνδέονται αυτές οι δραστηριότητες με το θέμα των γερμανικών επανορθώσεων, τόνισε ο ερευνητής που εδώ και χρόνια συμμετέχει στη διοργάνωση συναντήσεων νέων από τις δύο χώρες. Τους ενδοιασμούς αυτούς συμμερίσθηκε και η επικεφαλής της υπερκομματικής γερμανικής πρωτοβουλίας «Σεβασμός για την Ελλάδα» Χίλντε Σραμ. Παράλληλα όμως υπερασπίστηκε τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την ίδρυση ενός «Ελληνογερμανικού Ιδρύματος Νεολαίας» επειδή θα αυτό συμβάλει στην συμφιλίωση.

Ρυθμίσεις σε επιμέρους ζητήματα

Οι Πράσινοι δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε μια οριστική άποψη στο θέμα των ελληνικών διεκδικήσεων. Οι δηλώσεις των βουλευτών που πήραν μέρος στη συζήτηση ήταν αρκετά προσεχτικές. Ενδεικτική ήταν η παρέμβαση του εκπροσώπου της ΚΟ για θέματα της Ανατολικής Ευρώπης και νέου προέδρου της Εταιρείας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Μάνουελ Σάρατσιν. Ο ίδιος δεν αναμένει ότι η Ελλάδα θα παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις της ή ότι η Γερμανία θα αλλάξει στάση και θα συμφωνήσει στην έναρξη διαπραγματεύσεων. Κατά τη γνώμη του, ακόμη και αν οι Πράσινοι συμμετέχουν στην επόμενη κυβέρνηση θα συνιστούσε ένα «πάρα πολύ μεγάλο άλμα» να επιβληθεί στους αρμόδιους διοικητικούς θεσμούς, προπαντός του υπουργείου Οικονομικών, να αλλάξουν την από δεκαετιών αρνητική τους στάση σε ό,τι αφορά την έναρξη διαπραγματεύσεων. Ο κ. Σάρατσιν αμφιβάλλει ακόμη αν θα μπορούσε καν να συγκεντρωθεί στη γερμανική βουλή η απαιτούμενη πλειοψηφία για την έναρξη επίσημων διαπραγματεύσεων των δύο κρατών.

Αυτό που θα πρέπει να αλλάξει άμεσα είναι όμως ο τρόπος της αντιμετώπισης της Ελλάδας: «Όσο το θέμα παραμένει ανοιχτό για την ελληνική πλευρά, παραμένει ανοιχτό και για εμάς», τόνισε. Η γερμανική πλευρά θα πρέπει να επιδείξει διάθεση για διάλογο, αν όχι σε κυβερνητικό τότε σε επίπεδο κοινοβουλίου. Ο κ. Σάρατσιν δεν θεωρεί όμως ότι το θέμα των διεκδικήσεων θα μπορούσε να επιλυθεί νομικά. Η Γερμανία δεν είναι οικονομικά σε θέση να ικανοποιήσει τα αιτήματα της Ελλάδας και στη συνέχεια και άλλων κρατών, όπως η Πολωνία. Αυτό που θα ήταν όμως εφικτό είναι συμφωνίες που θα αφορούν μεμονωμένες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, πριν από λίγους μήνες η Γερμανία έκλεισε συμφωνία με τη Ρωσία βάσει της οποίας το Βερολίνο αναλαμβάνει το κόστος της ιατρικής περίθαλψης των επιζώντων του αποκλεισμού του Λένινγκραντ στο διάστημα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ανάλογες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να επιτευχθούν και με την Ελλάδα.

Πηγή DW / Παναγιώτης Κουπαράνης

Παλαιότερα άρθρα: