Πώς μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποτελέσουν μέρος μιας περιφερειακής λύσης

Διαβάστε επίσης

Η διοίκηση του προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, κληρονομεί ένα γνωστό χαρτοφυλάκιο θεμάτων που σχετίζονται με το Ιράν: η χώρα διαθέτει ένα πυρηνικό πρόγραμμα που προχωρά, ένα οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων, και μια περιφερειακή πολιτική υποστήριξης ομάδων πληρεξουσίων (proxy groups). Η πρώτη από αυτές τις ανησυχίες θα είναι η πιο πιεστική για να αντιμετωπιστεί από τη νέα κυβέρνηση: από τον Μάιο του 2018, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αποχώρησε από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν και άρχισε να αυξάνει την πίεση δια κυρώσεων στην Τεχεράνη, η ιρανική κυβέρνηση έχει επιταχύνει την πυρηνική της ανάπτυξη, μειώνοντας τον χρόνο της μετάβασης -το παράθυρο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να κάνει το άλμα προς την παραγωγή ενός όπλου- από ένα έτος σε κάποιους μήνες.

Ο Μπάιντεν κατέστησε σαφές ότι σκοπεύει να επιστρέψουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην πυρηνική συμφωνία και να συμμορφωθούν με τις αυστηρές προϋποθέσεις της, εφόσον το Ιράν κάνει το ίδιο. Και το Ιράν έχει δηλώσει ότι είναι επίσης έτοιμο να επιστρέψει στις δεσμεύσεις του, αρκεί οι Ηνωμένες Πολιτείες να άρουν τις κυρώσεις. Αλλά η διαδικασία δεν θα είναι τόσο απλή όσο υπονοεί αυτή η ανταλλαγή. Για να είναι βιώσιμη η πυρηνική συμφωνία, θα πρέπει να προστατευθεί έναντι μελλοντικών πολιτικών αντιστροφών. Η εξασφάλιση μιας τέτοιας ανθεκτικότητας απαιτεί από τους υπογράφοντες να αντιμετωπίσουν τις ευπάθειες της συμφωνίας, οι οποίες περιλαμβάνουν την διάρκεια των χρονοδιαγραμμάτων της και τις διατάξεις για επαναφορά κυρώσεων, καθώς και προβλήματα εκτός του τρέχοντος πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας, όπως το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν και οι αποσταθεροποιητικές περιφερειακές δραστηριότητές του. Χωρίς ένα περιφερειακό σχέδιο παιχνιδιού, η ατζέντα της διοίκησης του Μπάιντεν για το Ιράν και ευρύτερα για τη Μέση Ανατολή θα παραμείνει ευάλωτη σε αντίσταση από κομματικούς αντιπάλους στην Ουάσινγκτον και εταίρους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Οι επικριτές της πυρηνικής συμφωνίας του 2015, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο Ισραήλ και στον Κόλπο, φοβούνται ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα παραιτηθεί από τη μόχλευσή της στο Ιράν, εάν επανέλθει πολύ γρήγορα στην συμφωνία και καταργήσει κυρώσεις. Αντί γι’ αυτό, οι φωνές αυτές έκαναν έκκληση στον Λευκό Οίκο να ξεκινήσει μια νέα διαπραγμάτευση, στην οποία θα πρέπει να συμφωνήσει για την άρση κυρώσεων μόνο ως αντάλλαγμα ενός συμβιβασμού για τα εκκρεμή θέματα. Ωστόσο, η Τεχεράνη αποκλείει κατηγορηματικά μια τέτοια προσέγγιση, δηλώνοντας ότι θα ξεκινήσει ευρύτερες συνομιλίες μόνο μετά την επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών στην αρχική πυρηνική συμφωνία.

Οι γείτονες του Ιράν βλέπουν μια τέτοια προοπτική με τρόμο. Επιζητούν μια πολιτική των ΗΠΑ που δαμάζει τις κλιμακούμενες περιφερειακές εντάσεις και εμποδίζει την Τεχεράνη από το να προκαλέσει κρίσεις στην γειτονιά. Η εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» του Τραμπ δεν πέτυχε αυτούς τους σκοπούς -πράγματι, η απάντηση της Τεχεράνης στη «μέγιστη αντίσταση» περιελάμβανε την κράτηση δεξαμενόπλοιων και την θρασεία στόχευση πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας. Αλλά αυτά τα κράτη δικαίως φοβούνται ότι η επιστροφή στην πυρηνική συμφωνία του 2015 χωρίς πρόσθετους περιορισμούς κινδυνεύει να επιτρέψει περαιτέρω τις περιφερειακές δραστηριότητες του Ιράν. Οι ίδιες χώρες έχουν μεγαλύτερες ανησυχίες για την δέσμευση των ΗΠΑ στην περιοχή, ούσες απογοητευμένες από τις εκκλήσεις για επιμερισμό των βαρών και για τερματισμό των «αέναων πολέμων» παράλληλα με τις ασυνέπειες της πολιτικής που υποδηλώνουν κινήσεις εκκρεμούς στις αμερικανικές προτεραιότητες.

Πώς μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις περιφερειακές εντάσεις που αφορούν το Ιράν; Οι συνάδελφοι του Chatham House και εγώ προσπαθήσαμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα μέσω συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες του Chatham House με 210 νυν και πρώην υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και εμπειρογνώμονες σε 15 χώρες. Σε αυτές περιλαμβάνονται χώρες που ήταν συμβαλλόμενα μέρη στην πυρηνική συμφωνία του Ιράν, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ρωσία, και η Κίνα, καθώς και χώρες που εμπλέκονται σε ενεργές κρίσεις στη Μέση Ανατολή, όπως το Ισραήλ, το Ιράν, η Παλαιστίνη, η Συρία, ο Λίβανος, η Υεμένη, το Ιράκ, η Σαουδική Αραβία, και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ

Από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 2020, ρωτούσαμε τους συμμετέχοντες σχετικά με τον καλύτερο τρόπο διαχείρισης και επίλυσης συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Τους ρωτήσαμε για τις δυσκολίες και τις γεωπολιτικές εντάσεις που υπάρχουν στην περιοχή και για το πώς πίστευαν ότι οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ θα μπορούσαν να επηρεάσουν το περιβάλλον ασφαλείας. Εξετάσαμε τις αντιλήψεις τους για τις ρίζες των περιφερειακών εντάσεων και αναζητήσαμε συστάσεις για την αντιμετώπισή τους, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στον ρόλο του Ιράν στην Συρία, το Ιράκ, τον Λίβανο, την Παλαιστίνη, και την Υεμένη.

Οι ειδικοί και οι ασκούντες την πολιτική από τους οποίους πήραμε συνέντευξη δεν έβλεπαν το πώς τα περιφερειακά ζητήματα θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν διεξοδικά σε έναν μοναδικό άμεσο διάλογο με το Ιράν. Ούτε η πλειονότητα των ερωτηθέντων περίμενε ότι η Τεχεράνη θα παραχωρούσε ουσιωδώς την υποστήριξη περιφερειακών πληρεξουσίων της ή θα περιόριζε το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων της. Και οι περισσότεροι θεώρησαν ότι η απομόνωση του Ιράν ήταν αντιπαραγωγική σε σύγκριση με την περιφερειοποίηση των λύσεων σε κοινά προβλήματα. Για να αντιμετωπίσουν την ενοχλητική περιφερειακή συμπεριφορά του Ιράν, οι ειδικοί συνέστησαν την ξεχωριστή αντιμετώπιση κάθε περιφερειακής σύγκρουσης, παράλληλα, μέσω πολυμερών συζητήσεων μεταξύ των σχετικών παραγόντων. Οι συμμετέχοντες θα μπορούσαν να προσεγγίσουν συλλογικά ανησυχίες όπως οι πολιτοφυλακές, οι πύραυλοι, και η διάδοση [των πυρηνικών], επίσης σε παράλληλες τροχιές.

Ρωτήσαμε τους συμμετέχοντες [στην έρευνά μας] ποιο πρώτο βήμα θα μπορούσε να βοηθήσει στην σταθεροποίηση της περιοχής. Μεταξύ των ερωτηθέντων, το 45% τάχθηκε υπέρ της επιστροφής στην πυρηνική συμφωνία του 2015 με το Ιράν. Υποστήριξαν ότι η επιστροφή στην συμφωνία θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της διατλαντικής συνεργασίας, θα σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και θα οικοδομήσει εμπιστοσύνη μεταξύ της Τεχεράνης και της Ουάσινγκτον. Επιπλέον, η αναβίωση της συμφωνίας θα μειώσει τις εντάσεις σε κράτη, όπως το Ιράκ, που έχουν παγιδευτεί μεταξύ της μέγιστης πίεσης της Ουάσιγκτον και της μέγιστης αντίστασης της Τεχεράνης.

Ωστόσο, οι περισσότεροι εμπειρογνώμονες τόνισαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να επανέλθουν στην πυρηνική συμφωνία οπλισμένες με ένα σαφές σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση των ελλείψεών της. Συγκεκριμένα, οι ερωτηθέντες τόνισαν την ανάγκη για ένα σχέδιο για την επίλυση περιφερειακών συγκρούσεων μετά την επανείσοδο [στην συμφωνία]. Υπενθύμισαν ότι αμέσως μετά την προσχώρηση στην πυρηνική συμφωνία το 2015, το Ιράν επέκτεινε το αποτύπωμά του στο Ιράκ, την Υεμένη, τον Λίβανο και την Συρία. Η διοίκηση Μπάιντεν πρέπει επομένως να επανέλθει στην συμφωνία με ένα σαφώς καθορισμένο σχέδιο για τις παράλληλες, πολυμερείς, περιφερειακές διαδικασίες που θα ακολουθήσουν γρήγορα. Κάνοντας αυτή την διαδικασία όσο το δυνατόν πιο συνεχή, η διοίκηση μπορεί να ανακουφίσει τις ανησυχίες των αντιπάλων στο Κογκρέσο καθώς και των περιφερειακών αντιπάλων, αρκεί η διοίκηση του Μπάιντεν να διαβουλεύεται και να συντονίζει με τους περιφερειακούς εταίρους για τα σχέδιά της.

Δημιουργώντας αυτές τις παράλληλες τροχιές επίλυσης συγκρούσεων, υπέδειξαν οι ερωτηθέντες μας, η διοίκηση του Μπάιντεν μπορεί να δείξει ότι χαρτογραφεί την δική της πορεία αντί να επαναλαμβάνει την ιστορία. Μπορεί να επιμείνει ότι όλα τα μέρη δεσμεύονται να συμμετάσχουν στην διαδικασία παρακολούθησης ως τμήμα των διαπραγματεύσεων και της εφαρμογής της πυρηνικής συμφωνίας. Το Ιράν μπορεί να δελεαστεί να συμμετάσχει με την υπόσχεση για πρόσθετες ελαφρύνσεις κυρώσεων ή επενδύσεις. Η διασφάλιση της δέσμευσης της Τεχεράνης θα είναι ζωτικής σημασίας για τον καθησυχασμό των ανησυχιών των περιφερειακών παραγόντων.

Πάνω από το 50% των ερωτηθέντων μας πρότειναν ότι η πρώτη από τις παράλληλες τροχιές θα πρέπει να είναι εκείνη που θα συγκεντρώνει όλα τα μέρη που εμπλέκονται στον πόλεμο στην Υεμένη, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν. Μια άλλη τροχιά πρέπει να υποστηρίξει έναν διάλογο μεταξύ των κρατών του Κόλπου, προκειμένου να προωθηθεί η εμπιστοσύνη και η συνεργασία και να ενισχυθούν οι μηχανισμοί επίλυσης των διαφορών. Ιδιαίτερα σημαντική για τον περιορισμό της ιρανικής επιρροής θα είναι μια τροχιά που θα αναβιώνει τις ισραηλινο-παλαιστινιακές διαπραγματεύσεις και θα αντιμετωπίζει τις συγκρούσεις στην Συρία. Άλλες τροχιές θα μπορούσαν να κάνουν δουλειά σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης σε ολόκληρη την περιοχή σε τομείς όπως η διπλωματία της υγείας, ο θρησκευτικός τουρισμός, οι ανταλλαγές ανθρώπων, το εμπόριο, και το περιβάλλον.

ΜΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ

Όσο οι ερωτώμενοι προσπάθησαν να φέρουν περιφερειακά προβλήματα σε μια περιφερειακή διαδικασία, τόσο τόνισαν επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην σταθεροποίηση της περιοχής. Οι ερωτηθέντες, ιδίως εκείνοι από την περιοχή, ανησυχούσαν ότι η μείωση της δέσμευσης των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή θα δημιουργούσε αβεβαιότητα που θα υπονόμευε την ασφάλεια της περιοχής. Μεταξύ των ερωτηθέντων μας, το 33% δήλωσε ότι η αβεβαιότητα που προκύπτει από τις ασυνέπειες της πολιτικής των ΗΠΑ έκανε την περιοχή λιγότερο ασφαλή. Από αυτούς, 57% ήταν Ιρακινοί, 50% Εμιρατινοί και 45% Σαουδάραβες. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι μόνο το 30% των Ιρανών ερωτηθέντων μας και το 23% των Ισραηλινών θεωρούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες ως σταθεροποιητική δύναμη στην περιοχή. Αλλά το 50% των Αμερικανών από τους οποίους πήραμε συνέντευξη θεώρησαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν να παίξουν έναν κρίσιμο ρόλο στην διευκόλυνση του έργου των παράλληλων τροχιών.

Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει την ευκαιρία να γυρίσει την σελίδα σχετικά με τα τέσσερα χρόνια των συναλλακτικών πολιτικών του Trump στη Μέση Ανατολή. Η εποχή Μπάιντεν μπορεί να είναι μια εποχή πολυμερούς δέσμευσης και σταθεροποίησης των συγκρούσεων, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υποστηρίζουν τις χώρες της Μέσης Ανατολής να κάνουν τα σταδιακά βήματα για την αντιμετώπιση περιφερειακών συγκρούσεων, ιδίως εκείνων που αφορούν το Ιράν. Μια τέτοια διαδικασία μπορεί τελικά να θέσει τα θεμέλια για την ύφεση [détente] και έναν ευρύτερο περιφερειακό διάλογο.

Πηγή: https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2021-02-22/stability-middle-east-requires-more-deal-iran

Παλαιότερα άρθρα: