Τραπεζικοί λογαριασμοί αλλοδαπής: Η πρόσφατη απόφαση 658/2020 του ΣτΕ δεν ανατρέπει τις αποφάσεις 2934/2017 και 2935/2017

Διαβάστε επίσης

Της Καλομοίρας Κωτσαλά
Νομικός σύμβουλος, εξειδικευμένη στο Φορολογικό Δίκαιο

Με τις υπ’ αριθμ. 2934/2017 και 2935/2017 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί στην ημεδαπή δεν συνιστούν νέο (συμπληρωματικό) στοιχείο που να δικαιολογεί την διενέργεια ελέγχου σε βάθος δεκαετίας  εφόσον τα στοιχεία ήταν στην διάθεση της φορολογικής αρχής εντός της πενταετίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 84 παρ.4 του ν. 2238/1994 και δεν αξιοποιήθηκαν από αυτή.

Κατόπιν αυτού κρίθηκε ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί στην ημεδαπή δεν συνιστούν νέο (συμπληρωματικό) στοιχείο καθώς ήταν στην διάθεση της φορολογικής αρχής στην πενταετία.

Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι «δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του άρθρου 84 πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην σκέψη 10 των ανωτέρω αποφάσεων, μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεων εισοδήματος, ο οποίος, πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός της προβλεπόμενης στο ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 1 πενταετίας, είναι και η εξέταση του υπόλοιπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή. Τούτων έπεται ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν (ενόψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας) την επιμήκυνση της (κατ’ αρχήν οριζόμενης, πενταετούς) προθεσμίας παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α του ΚΦΕ».

Εν συνεχεία των ανωτέρω αποφάσεων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1194/2017 εγκύκλιος της Α.Α.Δ.Ε. στην παρ. 4 της οποίας ορίζεται μεταξύ άλλων ότι: «οι πληροφορίες που έχουν περιέλθει στη Φορολογική Διοίκηση από την αλλοδαπή (όπως π.χ. τα χρηματοοικονομικά προϊόντα, λοιπές κινητές αξίες, διαφορές χαρτοφυλακίου, τραπεζικές κινήσεις, διαφορές υπολοίπων λογαριασμών), συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία, εφόσον, αφενός, η Φορολογική Διοίκηση αποδεδειγμένα δεν είχε και δικαιολογημένα δεν μπορούσε να τις έχει υπόψη της κατά την αρχική πενταετή προθεσμία παραγραφής, και, αφετέρου, διαπιστώνεται από τον έλεγχο μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη με βάση τα στοιχεία αυτά. Συνεπώς, δε θεωρείται πληροφορία από την αλλοδαπή και ως εκ τούτου δε συνιστά συμπληρωματικό στοιχείο, η πληροφορία, η οποία περιέρχεται σε γνώση της φορολογικής αρχής μέσω της επεξεργασίας του ημεδαπού τραπεζικού λογαριασμού ή από στοιχεία που προσκομίζει ο φορολογούμενος κατά την επεξεργασία του ημεδαπού τραπεζικού λογαριασμού και αφορούν τις ως άνω πληροφορίες (χρηματοοικονομικά προϊόντα κ.λπ.). Τέτοια είναι η περίπτωση ύπαρξης τραπεζικού λογαριασμού αλλοδαπής που τροφοδοτήθηκε από λογαριασμούς της ημεδαπής (εξερχόμενο έμβασμα) ή τροφοδότησε λογαριασμούς της ημεδαπής (εισερχόμενο έμβασμα).»

Με την υπ’ αριθμ. 658/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι στοιχεία για την ύπαρξη και το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις λογαριασμών των φορολογούμενων σε τραπεζικά ιδρύματα της αλλοδαπής, κατά τις χρήσεις των ετών 2004 και 2005, τα οποία περιήλθαν σε γνώση της ημεδαπής φορολογικής Διοίκησης μετά την 1.1.2012 (και πριν από την 31.12.2016) δεν θεωρούνται γνωστό στοιχείο και ελέγχονται σε βάθος δεκαετίας.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω καθίσταται απολύτως σαφές ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί της αλλοδαπής, οι οποίοι ουδέποτε τροφοδότησαν ή τροφοδοτήθηκαν από τραπεζικούς λογαριασμούς της ημεδαπής, αποτελούν συμπληρωματικό στοιχείο και ελέγχονται σε βάθος δεκαετίας. Τέλος, οι τραπεζικοί λογαριασμοί της ημεδαπής δεν αποτελούν συμπληρωματικό στοιχείο και συνεπώς ελέγχονται σε βάθος πενταετίας.

Συνεπώς, προς αποφυγή συγχύσεως θα πρέπει να τονιστεί ότι η ως άνω πρόσφατη υπ’ αριθμ. 658/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν ανατρέπει τα όσα κρίθηκαν προγενέστερα με τις υπ’ αριθμ. 2934/2017 και 2935/2017 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας καθώς αφορά σε διαφορετικά νομικά και πραγματικά ζητήματα, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν μεταξύ τους.

Taxheaven

Παλαιότερα άρθρα: